102 αποτελέσματα για «廃»

廃墟 はいきょ

ουσιαστικό

  1. 01 ερείπια (ενός κτιρίου, μιας πόλης, κλπ.), απομεινάρια
廃棄 はいき N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάθεση, εγκατάλειψη, σκραπάρισμα, απόρριψη, κατάργηση
  2. 02 ακύρωση, υπαναχώρηση, κατάργηση, αναίρεση
廃止 はいし N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάργηση, παύση, διακοπή, ακύρωση
廃人 はいじん

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 ανάπηρος, άτομο με αναπηρία
  2. 02 εξαρτημένος (σε παιχνίδια, διαδίκτυο, κ.λπ.)
廃屋 はいおく

ουσιαστικό

  1. 01 ετοιμόρροπο σπίτι, εγκαταλελειμμένο σπίτι
廃れる すたれる

ρήμα

  1. 01 παύω να χρησιμοποιούμαι, καθίσταμαι ξεπερασμένος, εκλείπω, βγαίνω από τη μόδα
  2. 02 παρακμάζω (π.χ. ηθικά), χάνομαι, φθίνω (αναφορικά με πόλη, επιχείρηση κ.λπ.)
廃部 はいぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλυση λέσχης, κατάργηση ομίλου
廃業 はいぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διακοπή λειτουργίας επιχείρησης, κλείσιμο επιχείρησης, εγκατάλειψη επαγγέλματος, συνταξιοδότηση
廃する はいする

ρήμα

  1. 01 καταργώ, εγκαταλείπω, ακυρώνω, διακόπτω
  2. 02 εκθρονίζω, καθαιρώ
廃材 はいざい

ουσιαστικό

  1. 01 άχρηστη ξυλεία, ξυλόαποβλα
  2. 02 απόβλητα, απορρίμματα, άχρηστα υλικά
廃嫡 はいちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκληρονομιά
廃校 はいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο σχολείου, κλειστό σχολείο
廃ビル はいビル

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταλελειμμένο κτίριο, ερειπωμένο κτίριο
廃村 はいそん

ουσιαστικό

  1. 01 εγκαταλελειμμένο χωριό, χωριό φάντασμα, ακατοίκητο χωριό
廃棄物 はいきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόβλητα, σκουπίδια, απορρίμματα
廃る すたる

ρήμα

  1. 01 καταργούμαι, παρωχημένος γίνομαι, εξαφανίζομαι, βγαίνω από τη μόδα
  2. 02 πλήττομαι (για τιμή, φήμη, κ.λπ.), βλάπτομαι, κηλιδώνομαι
廃車 はいしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όχημα εκτός κυκλοφορίας, ακατάλληλο όχημα, όχημα στο τέλος του κύκλου ζωής του
  2. 02 διαγραμμένο όχημα, ανασφάλιστο ή μη ταξινομημένο όχημα
  3. 03 διαγραφή οχήματος
廃棄処分 はいきしょぶん

ρήμα

  1. 01 απόρριψη, σκραπάρισμα, αντικατάσταση, θέση στο ράφι, ματαίωση σχεδίου
廃坑 はいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο μεταλλείου, εγκαταλελειμμένο μεταλλείο, ανενεργό μεταλλείο
廃品 はいひん

ουσιαστικό

  1. 01 απορρίμματα, σκουπίδια