184 αποτελέσματα για «意»
意味 いみ N5
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σημασία, νόημα, έννοια
意識 いしき N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνείδηση
- 02 επίγνωση, συνειδητοποίηση, αίσθηση, το να αντιλαμβάνομαι
- 03 μάνου-βιτζνιάνα (νοητική συνείδηση, αυτός που αντιλαμβάνεται τις αισθητηριακές πληροφορίες)
意外 いがい N3
επίθετο, επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 απροσδόκητος, αναπάντεχος, απρόβλεπτος
意見 いけん N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γνώμη, άποψη, σχόλιο
- 02 επίπληξη, νουθεσία, προειδοποίηση
意志 いし N3
ουσιαστικό
- 01 θέληση, βούληση, πρόθεση, σκοπός, αποφασιστικότητα
意思 いし N3
ουσιαστικό
- 01 πρόθεση, επιθυμία, σκοπός, βούληση (να κάνω κάτι)
意図 いと N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόθεση, σκοπός, σχέδιο
意味がある いみがある
άλλο, ρήμα
- 01 έχω νόημα, είμαι ουσιαστικός
意味がない いみがない
άλλο, επίθετο
- 01 άχρηστος, χωρίς μέλλον, δεν έχει νόημα, άσκοπος
意地悪 いじわる N3
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 κακόβουλος, μοχθηρός, κακός, αγενής, άκαρδος, κακότροπος
意 い N3
ουσιαστικό
- 01 συναισθήματα, σκέψεις
- 02 σημασία
意地 いじ N3
ουσιαστικό
- 01 πείσμα, ξεροκεφαλιά, θέληση, φιλοτιμία
- 02 διάθεση, χαρακτήρας, ιδιοσυγκρασία
- 03 όρεξη, επιθυμία, απληστία
意識を失う いしきをうしなう
άλλο, ρήμα
- 01 χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ
意を決する いをけっする
άλλο, ρήμα
- 01 αποφασίζω, παίρνω την απόφασή μου, ετοιμάζομαι (ψυχικά)
意味ない いみない
επίθετο
- 01 χωρίς νόημα, μάταιος
意味不明 いみふめい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 αβέβαιου νοήματος, αμφίσημος, κρυπτικός, ασυνάρτητος, ακαταλαβίστικος, μπερδεμένος
意図的 いとてき
επίθετο
- 01 εσκεμμένος, εσκεμμένα
意向 いこう N1
ουσιαστικό
- 01 πρόθεση, κλίση, διάθεση, ιδέα, επιθυμία, άποψη
意義 いぎ N2
ουσιαστικό
- 01 σημασία, σπουδαιότητα
意欲 いよく N1
ουσιαστικό
- 01 θέληση, επιθυμία, προθυμία, ενδιαφέρον, ώθηση, παρακίνηση, ορμή, φιλοδοξία