64 αποτελέσματα για «懐»

懐かしい なつかしい N2

επίθετο

  1. 01 νοσταλγικός, αγαπημένος (παλιός), προσφιλής, που μου λείπει, αξέχαστος
ふところ

ουσιαστικό

  1. 01 κόρφος, στήθος (μέσα στα ρούχα, ειδικά στο κιμονό), εσωτερική τσέπη
  2. 02 χώρος ανάμεσα στο στήθος και τα απλωμένα χέρια, εμβέλεια
  3. 03 καρδιά (π.χ. βουνού), κόρφος (π.χ. της φύσης), βάθη, εσωτερικό μέρος
  4. 04 νους, καρδιά, ενδόμυχες σκέψεις
  5. 05 χρήματα (που φέρει κανείς), πορτοφόλι
懐く なつく N1

ρήμα

  1. 01 προσδένομαι, συμπαθώ, εκδηλώνω τρυφερότητα, εξημερώνομαι, πλησιάζω συναισθηματικά κάποιον, γίνομαι οικείος με κάποιον
懐中電灯 かいちゅうでんとう

ουσιαστικό

  1. 01 φακός χειρός
懐かしむ なつかしむ

ρήμα

  1. 01 νοσταλγώ, αναπολώ, νιώθω νοσταλγία (για κάτι), θυμάμαι με τρυφερότητα
懐に入る ふところにはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υπεξαιρώ χρήματα, βάζω χέρι στο πορτοφόλι κάποιου
  2. 02 κολακεύω, γλείφομαι, κερδίζω την εμπιστοσύνη κάποιου
  3. 03 πλησιάζω πολύ κοντά τον αντίπαλο
懐疑 かいぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αμφιβολία, σκεπτικισμός, δυσπιστία
懐柔 かいじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κερδίζω κάποιον με το μέρος μου, εξευμενισμός, πειθώ
懐中時計 かいちゅうどけい

ουσιαστικό

  1. 01 καϊτσου-ντοκέι, ρολόι τσέπης
懐中 かいちゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τσέπη, θήκη ρούχων
懐妊 かいにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκυμοσύνη, σύλληψη
懐かし なつかし

ουσιαστικό

  1. 01 αγαπημένος, παλιός και αγαπημένος, πολυπόθητος, κλασικός, νοσταλγικός
懐刀 ふところがたな

ουσιαστικό

  1. 01 στιλέτο, εγχειρίδιο
  2. 02 έμπιστος συνεργάτης, δεξί χέρι
懐の深い ふところのふかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 μεγαλοψυχος, ανεκτικος, ανοιχτομυαλος
懐紙 かいし

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί διπλωμένο και τοποθετημένο στο εσωτερικό του κιμονό (ιδιαίτερα για χρήση στην τελετή του τσαγιού)
  2. 02 χαρτί που χρησιμοποιείται για τη γραφή τάνκα
懐剣 かいけん

ουσιαστικό

  1. 01 στιλέτο
懐具合 ふところぐあい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική κατάσταση, οικονομικά, κατάσταση του πορτοφολιού κάποιου
懐古 かいこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπόληση, νοσταλγία, στοχασμός με αγάπη για το παρελθόν, ανάκληση παλαιών ημερών
懐が深い ふところがふかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανοιχτόμυαλος, μεγαλόψυχος
  2. 02 ψηλός και με μεγάλο άνοιγμα χεριών (για παλαιστή σούμο), γεγονός που καθιστά δυσκολότερο για τον αντίπαλο να πιάσει το μαβάσι του
懐手 ふところで

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 με τα χέρια στις τσέπες, απραξία