29 αποτελέσματα για «望»
望む のぞむ N3
ρήμα
- 01 επιθυμώ, θέλω, εύχομαι, ελπίζω
- 02 περιμένω (από κάποιον), ελπίζω, ανυπομονώ
- 03 βλέπω, έχω θέα σε, αγναντεύω
望み のぞみ N3
ουσιαστικό
- 01 επιθυμία, ευχή, ελπίδα
- 02 προοπτική, προσδοκία, ελπίδες
望ましい のぞましい N1
επίθετο
- 01 επιθυμητός, ευκταίος, προτιμητέος, ενδεδειγμένος
望むところ のぞむところ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αυτό που επιθυμεί κανείς, ό,τι ελπίζει κανείς
- 02 μου ταιριάζει απόλυτα, δεν θα μπορούσα να ζητήσω κάτι καλύτερο, έλα λοιπόν (ως πρόκληση), φτιάξε μου τη μέρα
望み通り のぞみどおり
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 όπως ήλπιζε κανείς, σύμφωνα με την επιθυμία κάποιου
望遠鏡 ぼうえんきょう N2
ουσιαστικό
- 01 τηλεσκόπιο
望 もち
ουσιαστικό
- 01 πανσέληνος
- 02 δέκατη πέμπτη ημέρα του σεληνιακού μήνα
望月 もちづき
ουσιαστικό
- 01 πανσέληνος, το φεγγάρι τη δέκατη πέμπτη ημέρα του μήνα (κατά το σεληνιακό ημερολόγιο)
- 02 πανσέληνος του όγδοου σεληνιακού μήνα
望外 ぼうがい
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 προσδοκώμενος, ανέλπιστος, πέρα από τις προσδοκίες, πέρα από ό,τι ήλπιζε κανείς
望み薄 のぞみうす
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ασθενής ελπίδα, αμυδρές προοπτικές, λίγη ελπίδα, απίθανος (ως προς την επιτυχία)
望遠 ぼうえん
ουσιαστικό
- 01 παρατήρηση σε απόσταση, οπτική από μακριά
望楼 ぼうろう
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητήριο, πύργος ελέγχου, σκοπιά
望遠レンズ ぼうえんレンズ
ουσιαστικό
- 01 τηλεφακός
望郷 ぼうきょう
ουσιαστικό
- 01 νοσταλγία της πατρίδας, νοσταλγία
望見 ぼうけん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρατήρηση από μακριά
望郷の念 ぼうきょうのねん
ουσιαστικό
- 01 νοσταλγία
望み見る のぞみみる
ρήμα
- 01 κοιτάζω προς το βάθος του ορίζοντα
望み次第 のぞみしだい
ουσιαστικό
- 01 ακριβώς όπως επιθυμεί κάποιος
望むらくは のぞむらくは
άλλο, επίρρημα
- 01 μακάρι, είθε, εύχομαι να
望みの綱 のぞみのつな
άλλο, ουσιαστικό
- 01 η τελευταία ελπίδα κάποιου, η μοναδική ελπίδα κάποιου