24 αποτελέσματα για «棚»
棚 たな N4
ουσιαστικό
- 01 ράφι, περβάζι, σχάρα
- 02 πέργκολα, κληματαριά
棚に上げる たなにあげる
άλλο, ρήμα
- 01 παραγνωρίζω (τα δικά μου ελαττώματα κ.λπ.), προσποιούμαι ότι δεν βλέπω, δεν δίνω σημασία, λησμονώ, παραβλέπω, βάζω στο ράφι
棚上げ たなあげ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραπομπή στις καλένδες, αναβολή (θέματος, σχεδίου κ.λπ.), παραμερισμός, πάγωμα
- 02 απόσυρση (αγαθών) από την αγορά (για τη ρύθμιση της ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης)
棚引く たなびく
ρήμα
- 01 απλώνεται (για καπνό, σύννεφα κ.λπ.), κρέμεται (για ομίχλη, αχλύ κ.λπ.), εκτείνεται (πάνω από), παραμένει, κυματίζει (π.χ. για μαλλιά στον άνεμο)
棚卸し たなおろし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απογραφή
- 02 εξονυχιστικός έλεγχος, κριτική
棚田 たなだ
ουσιαστικό
- 01 αναβαθμιδωτοί ορυζώνες
棚からぼた餅 たなからぼたもち
άλλο, ουσιαστικό
- 01 απρόσμενη τύχη, ξαφνικό κέρδος, γλυκό από φασόλια αζούκι που πέφτει (τυχαία) από το ράφι
棚へ上げる たなへあげる
άλλο, ρήμα
- 01 αγνοώ τα ελαττώματά μου, κάνω τον αθώο
棚氷 たなごおり
ουσιαστικό
- 01 παγοκρηπίδα
棚経 たなぎょう
ουσιαστικό
- 01 ψαλμωδία ιερών κειμένων μπροστά από σόριο-ντάνα (από ιερέα κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ Μπον)
棚機つ女 たなばたつめ
ουσιαστικό
- 01 υφάντρα
- 02 Βέγα (αστέρας στον αστερισμό της Λύρας), Άλφα Λύρας
棚ボタ たなぼた
ουσιαστικό
- 01 απρόσμενη τύχη, ουρανοκατέβατο δώρο
棚晒し たなざらし
ουσιαστικό
- 01 εμπόρευμα που έχει ξεμείνει στο ράφι, αζήτητο απόθεμα
- 02 θέμα που παραμένει άλυτο για πολύ καιρό, εκκρεμότητα που έχει μπει στο αρχείο
棚蜘蛛 たなぐも
ουσιαστικό
- 01 αραneόμορφος αραχνοειδής τύπου funnel-web (οποιαδήποτε αράχνη της οικογένειας Αγελενίδες)
棚ざらえ たなざらえ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεκαθάρισμα αποθεμάτων, εκποίηση
棚割り たなわり
ουσιαστικό
- 01 κατανομή ραφιών, πλάνογραμμα
棚卸資産 たなおろししさん
ουσιαστικό
- 01 απόθεμα, εμπορεύματα σε απόθεμα
棚代 たなだい
ουσιαστικό
- 01 ενοίκιο ραφιού, τέλος χώρου ραφιού
棚雲 たなぐも
ουσιαστικό
- 01 νεφος σε σχημα ραφιου
棚屋 たなや
ουσιαστικό
- 01 οίκημα χτισμένο πάνω σε πασσάλους (π.χ. τα πανγκ ουκ στο Χονγκ Κονγκ)