92 αποτελέσματα για «洗»

洗う あらう N5

ρήμα

  1. 01 πλένω, καθαρίζω, ξεπλένω
  2. 02 ερευνώ, εξετάζω
  3. 03 εξαγνίζω, καθαρίζω (την καρδιά μου)
  4. 04 λούζω (π.χ. την ακτή), καλύπτω (π.χ. το κατάστρωμα), παρασύρω
洗濯 せんたく N5

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλύσιμο, μπουγάδα
  2. 02 χαλάρωση, αναζωογόνηση, αποβολή (ανησυχιών, κούρασης κ.λπ.)
洗練 せんれん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκλεπτυσμός, φινέτσα
洗脳 せんのう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλύση εγκεφάλου
洗濯物 せんたくもの

ουσιαστικό

  1. 01 άπλυτα, μπουγάδα
洗面所 せんめんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 νιπτήρας, μπάνιο
洗い流す あらいながす

ρήμα

  1. 01 ξεπλένω, απομακρύνω με πλύσιμο
洗い物 あらいもの

ουσιαστικό

  1. 01 πράγματα για πλύσιμο, άπλυτα σκεύη, άπλυτα ρούχα, πλύση
洗濯機 せんたくき

ουσιαστικό

  1. 01 πλυντήριο ρούχων
洗礼 せんれい

ουσιαστικό

  1. 01 βάπτισμα, βάφτιση
  2. 02 μύηση (σε μια κοινωνία, ομάδα κ.λπ.), βάπτισμα
  3. 03 η πρώτη εμπειρία κάποιου σε κάτι, βάπτισμα (του πυρός κ.λπ.)
洗いざらい あらいざらい

επίρρημα

  1. 01 όλα, ολοκληρωτικά, εξ ολοκλήρου, πλήρως, χωρίς καμία εξαίρεση
洗剤 せんざい N3

ουσιαστικό

  1. 01 απορρυπαντικό, καθαριστικό, καθαριστικό μέσο, καθαριστικό υλικό
洗面台 せんめんだい

ουσιαστικό

  1. 01 νιπτήρας, έπιπλο νιπτήρα
洗浄 せんじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλύσιμο, καθαρισμός, πλύση
  2. 02 κάθαρση (πνεύματος και σώματος)
洗い あらい

ουσιαστικό

  1. 01 πλύσιμο
  2. 02 αράι (ωμό ψάρι που σερβίρεται παγωμένο σε παγωμένο νερό)
洗い場 あらいば

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος πλύσης (για παράδειγμα για ρούχα ή επιτραπέζια σκεύη)
  2. 02 χώρος για να πλυθεί κανείς σε ένα μπάνιο
洗い出す あらいだす

ρήμα

  1. 01 αποκαλύπτω πλένοντας την επιφάνεια, φανερώνω απομακρύνοντας τη βρωμιά, το χώμα κλπ.
  2. 02 ανακαλύπτω (μέσω έρευνας), φέρνω στο φως, ξεσκεπάζω, ανασύρω, εξετάζω διεξοδικά, διευκρινίζω
  3. 03 αρχίζω το πλύσιμο
洗面器 せんめんき

ουσιαστικό

  1. 01 λεκάνη νιψίματος, σκάφη πλυσίματος (περιλαμβάνει τη φορητή λεκάνη σε δημόσιο λουτρό)
洗い直す あらいなおす

ρήμα

  1. 01 πλένω ξανά
  2. 02 επανεξετάζω, αναθεωρώ
洗顔 せんがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλύσιμο προσώπου