94 αποτελέσματα για «演»

演技 えんぎ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκριτική, ερμηνεία, παράσταση
演じる えんじる N1

ρήμα

  1. 01 υποδύομαι (έναν ρόλο)
  2. 02 παίζω, παρουσιάζω (μια παράσταση)
  3. 03 κάνω (π.χ. ένα λάθος), εκτίθεμαι, κάνω σκηνή
  4. 04 προσποιούμαι (π.χ. ότι είμαι καλός πατέρας)
演奏 えんそう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μουσική παράσταση
演出 えんしゅつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκηνοθεσία (θεατρικού έργου, ταινίας κ.λπ.), παραγωγή
  2. 02 οργάνωση (εκδήλωσης), διευθέτηση, σκηνοθέτηση (για εντυπωσιασμό), ενορχήστρωση
演説 えんぜつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομιλία, λόγος
演劇 えんげき N2

ουσιαστικό

  1. 01 θέατρο, δραματική τέχνη, θεατρικό έργο
演習 えんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρακτική, άσκηση, εκγύμναση
  2. 02 στρατιωτική άσκηση, ελιγμοί, γυμνάσια
  3. 03 σεμινάριο
演劇部 えんげきぶ

ουσιαστικό

  1. 01 θεατρική ομάδα (π.χ. στο σχολείο), θεατρικός όμιλος
演算 えんざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πράξη, υπολογισμός
演目 えんもく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα (μουσικό, συναυλιακό, θεατρικό, κ.λπ.)
演技力 えんぎりょく

ουσιαστικό

  1. 01 υποκριτική ικανότητα, ταλέντο ως ηθοποιός
演奏会 えんそうかい

ουσιαστικό

  1. 01 συναυλία, ρεσιτάλ
演習場 えんしゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο ασκήσεων
演舞 えんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χορευτική παράσταση
演者 えんじゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παρουσιαστής, ομιλητής
  2. 02 καλλιτέχνης, ηθοποιός, συμμετέχων (σε τηλεοπτική εκπομπή ή πάνελ)
演壇 えんだん

ουσιαστικό

  1. 01 βήμα, εξέδρα
演歌 えんか

ουσιαστικό

  1. 01 ένκα, παραδοσιακού ύφους ιαπωνικό δημοφιλές τραγούδι
  2. 02 τροβαδούρος
演出家 えんしゅつか

ουσιαστικό

  1. 01 σκηνοθέτης (ταινίας, θεατρικού έργου κ.λπ.)
演奏家 えんそうか

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστής μουσικός
演ずる えんずる N1

ρήμα

  1. 01 υποδύομαι έναν ρόλο, παίζω έναν ρόλο
  2. 02 παρουσιάζω ένα έργο, ανεβάζω μια παράσταση
  3. 03 διαπράττω ένα σφάλμα, προσποιούμαι, εκτίθεμαι