53 αποτελέσματα για «繰»

繰り返す くりかえす N3

ρήμα

  1. 01 επαναλαμβάνω, κάνω ξανά
繰り出す くりだす

ρήμα

  1. 01 τραβάω (νήμα), ξετυλίγω (π.χ. σκοινί)
  2. 02 βγαίνω μαζικά, συρρέω, εξορμώ
  3. 03 αποστέλλω διαδοχικά, στέλνω
  4. 04 εκτοξεύω (π.χ. δόρυ), εξαπολύω (π.χ. γροθιά)
繰り広げる くりひろげる

ρήμα

  1. 01 ξεδιπλώνω, ξετυλίγω, ανοίγω
繰り返し くりかえし

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 επανάληψη, επαναλαμβανόμενο μέρος, επανάλειψη, κύκλος
  2. 02 επαναλαμβανόμενα, ξανά και ξανά, συνεχώς, επίμονα
繰る くる

ρήμα

  1. 01 τυλίγω, ξετυλίγω (νήμα)
  2. 02 ξεφυλλίζω (σελίδες), φυλλομετρώ (βιβλίο), συμβουλεύομαι (λεξικό), ανατρέχω (σε εγκυκλοπαίδεια)
  3. 03 μετρώ (π.χ. ημέρες)
  4. 04 ανοίγω το ένα μετά το άλλο, κλείνω το ένα μετά το άλλο (π.χ. παντζούρια)
繰り上げる くりあげる

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω νωρίτερα, επισπεύδω
繰り言 くりごと

ουσιαστικό

  1. 01 βαρετή φλυαρία, επανάληψη, παράπονο
  2. 02 γλωσσοδέτης
繰り上がる くりあがる

ρήμα

  1. 01 προάγομαι, ανεβαίνω (π.χ. σε ημερομηνία, βαθμίδα, σειρά)
  2. 02 μεταφέρομαι (για ψηφίο στην πρόσθεση)
繰り上げ くりあげ

ουσιαστικό

  1. 01 μετατόπιση προς τα πάνω, προώθηση
繰り上がり くりあがり

ουσιαστικό

  1. 01 κρατούμενο (στην πρόσθεση, π.χ. όταν προσθέτουμε το 2 στον αριθμό 9)
繰り回す くりまわす

ρήμα

  1. 01 διαχειρίζομαι (χρήματα, οικογενειακά οικονομικά κ.λπ.)
繰り込む くりこむ

ρήμα

  1. 01 εισέρχομαι (με παρέλαση ή σε σχηματισμό), παρελαύνω προς τα μέσα
  2. 02 τραβώ μέσα (δίχτυ, σχοινί κ.λπ.), σύρω προς τα μέσα, μαζεύω (πετονιά)
  3. 03 ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω, μεταφέρω (χρήματα), εισάγω
  4. 04 στρογγυλοποιώ στον πλησιέστερο ακέραιο
  5. 05 αποστέλλω (π.χ. στρατεύματα), στέλνω
繰り替える くりかえる

ρήμα

  1. 01 ανταλλάσσω
繰り合わせる くりあわせる

ρήμα

  1. 01 βρίσκω χρόνο, κανονίζω χρόνο, οργανώνω τον χρόνο μου για να κάνω κάτι
繰り越す くりこす

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω σε επόμενο λογαριασμό (π.χ. σε ισολογισμό), μεταφέρω
繰り下げる くりさげる

ρήμα

  1. 01 αναβάλλω, μεταθέτω για αργότερα, μετακινώ προς τα κάτω
繰り入れる くりいれる

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω (κυρίως χρήματα), προσθέτω (χρήματα σε λογαριασμό)
  2. 02 μαζεύω (π.χ. δίχτυ, πετονιά)
繰り越し くりこし

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά (υπολοίπου, ετήσιας άδειας κ.λπ.), μεταφορά στο επόμενο διάστημα
  2. 02 υπόλοιπο μεταφοράς, υπόλοιπο προηγούμενης περιόδου
繰糸機 そうしき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα εκτύλιξης μεταξιού
繰り下げ くりさげ

ουσιαστικό

  1. 01 αναβολή, μετάθεση σε μεταγενέστερο χρόνο, μεταφορά προς τα κάτω