127 αποτελέσματα για «胸»

むね N3

ουσιαστικό

  1. 01 στήθος, μαστός
  2. 02 στήθη, μαστοί, κόρφος, μπούστο
  3. 03 καρδιά
  4. 04 πνεύμονες
  5. 05 στομάχι
  6. 06 καρδιά, νους, μυαλό, συναισθήματα
胸元 むなもと

ουσιαστικό

  1. 01 στήθος
  2. 02 λάκκος του στομαχιού, ηλιακό πλέγμα, επιγάστριο
胸を張る むねをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καμαρώνω, υπερηφανεύομαι
胸中 きょうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 καρδιά, νους, προθέσεις
胸の内 むねのうち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτό που νιώθει κάποιος, η συναισθηματική κατάσταση, τα εσώψυχα
胸を撫で下ろす むねをなでおろす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανακουφίζομαι, νιώθω ανακούφιση
胸が痛む むねがいたむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αισθάνομαι πόνο στο στήθος, πονάει το στήθος μου
  2. 02 νιώθω ψυχικό πόνο, πονάει η καρδιά μου, αισθάνομαι οδύνη
胸板 むないた

ουσιαστικό

  1. 01 στήθος, θώρακας
胸部 きょうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 θώρακας, στήθος
胸騒ぎ むなさわぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανησυχία, αόριστη ανησυχία, προαίσθημα
胸ポケット むねポケット

ουσιαστικό

  1. 01 τσέπη στο στήθος
胸の谷間 むねのたにま

ουσιαστικό

  1. 01 σχίσιμο στήθους (ανάμεσα στο στήθος)
胸が熱くなる むねがあつくなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκινούμαι βαθιά
胸を打つ むねをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκινώ, αγγίζω
胸がいっぱいになる むねがいっぱいになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκινούμαι βαθιά, πνίγομαι από τα συναισθήματα, κατακλύζομαι από συγκίνηση
胸に突き刺さる むねにつきささる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συγκινώ βαθιά, αγγίζω την ψυχή (για λόγια κ.λπ.)
  2. 02 καρφώνω στο στήθος
胸いっぱい むねいっぱい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκινημένος, πλημμυρισμένος από συναισθήματα
  2. 02 γεμάτο στήθος, γεμάτοι πνεύμονες
胸ぐら むなぐら

ουσιαστικό

  1. 01 γιακάς, πέτα (του ενδύματος)
胸が苦しい むねがくるしい

άλλο

  1. 01 αισθάνομαι πόνο στο στήθος
胸に刺さる むねにささる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πληγώνω
  2. 02 συγκινώ βαθιά