33 αποτελέσματα για «衝»

衝撃 しょうげき N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκρουση, σοκ, αντίκτυπος, ώθηση
  2. 02 ψυχολογικό σοκ
衝動 しょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 παρόρμηση, ώθηση, ορμή
衝突 しょうとつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύγκρουση, τρακάρισμα, πρόσκρουση, χτύπημα
  2. 02 σύγκρουση, αντιπαράθεση, διαμάχη, αψιμαχία, διχόνοια, καβγάς
衝撃的 しょうげきてき

επίθετο

  1. 01 καταστροφικός, σπαρακτικός, συγκλονιστικός, ξαφνικός, εντυπωσιακός, εκπληκτικός, κατάπληκτος
衝撃波 しょうげきは

ουσιαστικό

  1. 01 ωστικό κύμα
衝動的 しょうどうてき

επίθετο

  1. 01 παρορμητικός
しょう

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικό σημείο (π.χ. σε μια διαδρομή)
  2. 02 σημαντικός ρόλος (υπευθυνότητα κ.λπ.)
  3. 03 αντίθεση
衝立 ついたて

ουσιαστικό

  1. 01 διαχωριστικό παραβάν
衝動買い しょうどうがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρορμητική αγορά
衝心 しょうしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καρδιακή ανεπάρκεια (προκληθείσα από μπέρι-μπέρι)
衝天 しょうてん

ουσιαστικό

  1. 01 υψηλό φρόνημα, μεγάλη ευφορία
衝羽根 つくばね

ουσιαστικό

  1. 01 Buckleya lanceolata (είδος παρασιτικού φυλλοβόλου θάμνου)
衝撃療法 しょうげきりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 θεραπεία με ηλεκτροσόκ, θεραπεία σοκ
衝動行為 しょうどうこうい

ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητική πράξη
衝立障子 ついたてしょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 παραβάν, διαχωριστικό χώρου
衝突型加速器 しょうとつがたかそくき

ουσιαστικό

  1. 01 επιταχυντής συγκρουόμενων δεσμών, επιταχυντής σωματιδίων
衝動制御障害 しょうどうせいぎょしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή ελέγχου των παρορμήσεων, ICD
衝動タービン しょうどうタービン

ουσιαστικό

  1. 01 στρόβιλος δράσης
衝羽根草 つくばねそう

ουσιαστικό

  1. 01 παρίδα η τετράφυλλος (ανθοφόρο φυτό στενά συγγενικό με την πόα του Παρισιού)
衝撃関数 しょうげきかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 συνάρτηση παλμού