38 αποτελέσματα για «設»
設定 せってい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ίδρυση, δημιουργία, διατύπωση (ενός προβλήματος), σκηνικό (ταινίας, μυθιστορήματος κ.λπ.), σκηνή
- 02 ρύθμιση επιλογών, ρυθμίσεις προτιμήσεων, διαμόρφωση, εγκατάσταση
設置 せっち N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ίδρυση, καθίδρυση
- 02 εγκατάσταση (μηχανής ή εξοπλισμού)
設ける もうける N1
ρήμα
- 01 ετοιμάζω, παρέχω
- 02 στήνω, ιδρύω, οργανώνω, θέτω (κανόνες), προβάλλω (πρόφαση)
設備 せつび N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξοπλισμός, εγκαταστάσεις, εγκατάσταση, καταλύματα, ανέσεις, διευθετήσεις
設計 せっけい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σχέδιο, σχεδιασμός, διάταξη
設立 せつりつ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ίδρυση, σύσταση, δημιουργία
- 02 σύσταση εταιρείας
設計図 せっけいず
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, αρχιτεκτονικό σχέδιο
設営 せつえい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στήσιμο (μιας κατασκευής, κτιρίου, κατασκήνωσης κ.λπ.), οικοδόμηση, προετοιμασία (π.χ. ενός χώρου διεξαγωγής εκδήλωσης), διοργάνωση (μιας εκδήλωσης)
設える しつらえる
ρήμα
- 01 προμηθεύω, τακτοποιώ, εγκαθιστώ
設問 せつもん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διατύπωση ερώτησης
- 02 ερώτηση
設計者 せっけいしゃ
ουσιαστικό
- 01 σχεδιαστής
設備投資 せつびとうし
ουσιαστικό
- 01 επένδυση σε πάγια, κεφαλαιουχική δαπάνη, επένδυση σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό
設計思想 せっけいしそう
ουσιαστικό
- 01 σχεδιαστική αντίληψη, σχεδιαστική φιλοσοφία, βασικές ιδέες πίσω από έναν σχεδιασμό
設立者 せつりつしゃ
ουσιαστικό
- 01 ιδρυτής
設計書 せっけいしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο τεχνικών προδιαγραφών σχεδιασμού, προδιαγραφές σχεδιασμού
設け もうけ
ουσιαστικό
- 01 προετοιμασία, πρόβλεψη, καθίδρυση
設え しつらえ
ουσιαστικό
- 01 εξοπλισμός, εγκατάσταση, υποδομές, διευθετήσεις
設計変更 せっけいへんこう
ουσιαστικό
- 01 τροποποίηση σχεδιασμού, τεχνική αλλαγή
設定可能 せっていかのう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ρυθμίσιμος
設備費 せつびひ
ουσιαστικό
- 01 κόστος εξοπλισμού