63 αποτελέσματα για «認»
認める みとめる N3
ρήμα
- 01 αναγνωρίζω, παρατηρώ, προσέχω, αντιλαμβάνομαι
- 02 κρίνω, θεωρώ, αξιολογώ
- 03 εγκρίνω, θεωρώ αποδεκτό, επιτρέπω
- 04 παραδέχομαι, αποδέχομαι, ομολογώ (μια κατηγορία)
- 05 παρακολουθώ σταθερά, παρατηρώ προσεκτικά
- 06 αναγνωρίζω, εκτιμώ, δίνω αναγνώριση
認識 にんしき N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγνώριση, επίγνωση, αντίληψη, κατανόηση, γνώση, νόηση
認定 にんてい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκριση, αναγνώριση, πιστοποίηση, επιβεβαίωση
認知 にんち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγνώριση, γνώση
認証 にんしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πιστοποίηση, βεβαίωση, επικύρωση, ταυτοποίηση, επιβεβαίωση
- 02 αυτοκρατορική βεβαίωση
認可 にんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έγκριση, άδεια
認め合う みとめあう
ρήμα
- 01 αναγνωρίζω αμοιβαία, συμφωνώ, αποδέχομαι
認知症 にんちしょう
ουσιαστικό
- 01 άνοια
認め みとめ
ουσιαστικό
- 01 έγκριση, αποδοχή, αναγνώριση, επιβεβαίωση
- 02 ιδιωτική σφραγίδα, σφραγίδα
認知度 にんちど
ουσιαστικό
- 01 βαθμός αναγνωρισιμότητας, επίπεδο εξοικείωσης, ορατότητα (προϊόντος)
認識票 にんしきひょう
ουσιαστικό
- 01 ταυτότητα, στρατιωτική ταυτότητα
認めがたい みとめがたい
επίθετο
- 01 μη εγκρίσιμος, ανεπίδεκτος επιβεβαίωσης
認識論 にんしきろん
ουσιαστικό
- 01 γνωσιολογία
認める したためる
ρήμα
- 01 γράφω (π.χ. ένα γράμμα), συντάσσω (ένα έγγραφο), κρατώ (π.χ. σημειώσεις)
- 02 τρώω (μεσημεριανό, βραδινό, κ.λπ.)
認識不足 にんしきぶそく
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη γνώσης, έλλειψη κατανόησης
認定証 にんていしょう
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιητικό
認容 にんよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναγνώριση, αποδοχή
認知機能 にんちきのう
ουσιαστικό
- 01 γνωστική λειτουργία
認印 にんいん
ουσιαστικό
- 01 προσωπική σφραγίδα, ιδιωτική σφραγίδα, μη καταχωρημένη σφραγίδα, ανεπίσημη σφραγίδα, σφραγίδα υπογραφής
認証式 にんしょうしき
ουσιαστικό
- 01 τελετή επικύρωσης (ενθρόνιση)