40 αποτελέσματα για «蹴»

蹴る ける N3

ρήμα

  1. 01 κλωτσάω
  2. 02 αρνούμαι, απορρίπτω
  3. 03 χτυπάω το πόδι μου (στο έδαφος), πιέζω γερά τα πόδια μου (πάνω σε κάτι)
蹴り けり

ουσιαστικό

  1. 01 κλωτσιά
蹴散らす けちらす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ τριγύρω, κλοτσάω σκορπίζοντας
  2. 02 διασκορπίζω (πλήθος, εχθρό, κ.λπ.), τρέπω σε φυγή
蹴り飛ばす けりとばす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ δυνατά στέλνοντας κάτι μακριά
蹴飛ばす けとばす N1

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ δυνατά, εκσφενδονίζω με κλωτσιά, απομακρύνω με κλωτσιά
  2. 02 απορρίπτω κατηγορηματικά, αρνούμαι ευθέως, απορρίπτω μια πρόταση
蹴り上げる けりあげる

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ στον αέρα, εκτινάσσω με κλωτσιά
  2. 02 κλωτσώ από κάτω
蹴りつける けりつける

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ
蹴落とす けおとす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ και ρίχνω κάτω, νικώ
蹴破る けやぶる

ρήμα

  1. 01 σπάζω με κλωτσιά, γκρεμίζω με κλωτσιά, κλωτσώ για να ανοίξω
  2. 02 διαπερνώ με δύναμη, διαλύω, κατατροπώνω
蹴っ飛ばす けっとばす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ δυνατά
蹴り出す けりだす

ρήμα

  1. 01 διώχνω με κλωτσιές (π.χ. κάποιον από ένα σπίτι)
蹴倒す けたおす

ρήμα

  1. 01 ανατρέπω με κλωτσιά, ρίχνω κάτω με κλωτσιά
蹴立てる けたてる

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ προς τα πάνω, σηκώνω κλωτσώντας
蹴り込む けりこむ

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ μέσα (π.χ. μια μπάλα σε ένα τέρμα)
蹴鞠 けまり

ουσιαστικό

  1. 01 κεμάρι, είδος ποδοσφαίρου που παιζόταν από τους αυλικούς στην αρχαία Ιαπωνία
蹴躓く けつまずく

ρήμα

  1. 01 σκοντάφτω
  2. 02 αποτυγχάνω, υφίσταμαι οπισθοδρόμηση
蹴り殺す けりころす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ μέχρι θανάτου
蹴り返す けりかえす

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ πίσω (μπάλα, άτομο κ.λπ.)
蹴り入れる けりいれる

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ (μέσα σε κάτι, π.χ. σε ένα τέρμα)
蹴上げる けあげる

ρήμα

  1. 01 κλωτσώ προς τα πάνω, σηκώνω με κλωτσιά (μπάλα, σκόνη κ.λπ.)