310 αποτελέσματα για «重»

重い おもい N5

επίθετο

  1. 01 βαρύς, με μεγάλο βάρος
  2. 02 βαρύς (για συναίσθημα), καταθλιπτικός, μελαγχολικός, στεναχωρημένος, ανήσυχος
  3. 03 αργός, νωθρός, βαρύς (για κίνηση), αδέξιος
  4. 04 σημαντικός (για θέση, ευθύνη), σοβαρός, κρίσιμος
  5. 05 σοβαρός (για ποινή, ασθένεια), αυστηρός, κρίσιμος
  6. 06 σταθερός, αξιοπρεπής, συνετός
重要 じゅうよう N3

επίθετο

  1. 01 σημαντικός, ουσιώδης, απαραίτητος, αξιόλογος, κύριος, βασικός
重ねる かさねる N3

ρήμα

  1. 01 στοιβάζω, συσσωρεύω, βάζω το ένα πάνω στο άλλο
  2. 02 επαναλαμβάνω πολλές φορές, περνάω επανειλημμένα, συσσωρεύω
重なる かさなる N3

ρήμα

  1. 01 στοιβάζομαι, συσσωρεύομαι, τοποθετούμαι το ένα πάνω στο άλλο
  2. 02 διαδέχομαι, έρχομαι το ένα μετά το άλλο, συσσωρεύομαι (π.χ. άγχος), επαναλαμβάνομαι
  3. 03 αλληλοεπικαλύπτομαι, συμπίπτω, συμβαίνω ταυτόχρονα
重大 じゅうだい N3

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρός, σημαντικός, ουσιώδης, βαρύς
重み おもみ

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος
  2. 02 βάρος (π.χ. των λόγων κάποιου), φόρτος, μεγαλείο, αξιοπρέπεια
  3. 03 σημασία, σπουδαιότητα
じゅう

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο

  1. 01 πολυεπίπεδο κουτί φαγητού
  2. 02 βαρύς
  3. 03 σοβαρός, ακραίος
  4. 04 -πλός
重力 じゅうりょく N2

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύτητα, βαρυτική έλξη
重たい おもたい N2

επίθετο

  1. 01 βαρύς
  2. 02 βαρύς (για αίσθηση, ατμόσφαιρα κ.λπ.), σοβαρός, θλιβερός, καταθλιπτικός
重視 じゅうし N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θεωρώ κάτι σημαντικό, αποδίδω σπουδαιότητα, βλέπω κάτι σοβαρά, δίνω έμφαση
重苦しい おもくるしい

επίθετο

  1. 01 βαρύς, συννεφιασμένος, αποπνικτικός, καταπιεστικός, τεταμένος
重量 じゅうりょう N2

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος
重々しい おもおもしい

επίθετο

  1. 01 σοβαρός, επίσημος, αξιοπρεπής, κατανυκτικός
重傷 じゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σοβαρό τραύμα, σοβαρός τραυματισμός
重々 じゅうじゅう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 επανειλημμένα, ξανά και ξανά
  2. 02 πλήρως (π.χ. κατανοώ), πάρα πολύ, πολύ καλά, υπερβολικά
重荷 おもに

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύ φορτίο, βαριές αποσκευές, βαρύ εμπόρευμα
  2. 02 βαρύ φορτίο, μεγάλη ευθύνη, επιβάρυνση
重厚 じゅうこう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βαθυστόχαστος, βαθύς, σοβαρός, στιβαρός, επιβλητικός, μεγαλοπρεπής, επίσημος, ψύχραιμος, ουσιαστικός, ογκώδης
重んじる おもんじる N1

ρήμα

  1. 01 σέβομαι, τιμώ, εκτιμώ, αποδίδω αξία
重圧 じゅうあつ

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρή πίεση, μεγάλη πίεση
重なり合う かさなりあう

ρήμα

  1. 01 επικαλύπτομαι, στοιβάζομαι