369 αποτελέσματα για «見»

見台 けんだい

ουσιαστικό

  1. 01 αναλόγιο, βάση στήριξης βιβλίου
見にくい みにくい

επίθετο

  1. 01 δυσδιάκριτος
  2. 02 ασαφής, δυσδιάκριτος, δυσανάγνωστος
見るに忍びない みるにしのびない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αβάσταχτος στη θέα, οδυνηρός στην παρακολούθηση
見栄坊 みえぼう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φαντασμένος, ματαιόδοξος άνθρωπος, νεόπλουτος, νάρκισσος
見劣りがする みおとりがする

άλλο, ρήμα

  1. 01 υστερώ σε σύγκριση με κάποιον ή κάτι, φαίνομαι κατώτερος
見す見す みすみす

επίρρημα

  1. 01 μπροστά στα μάτια μου, κάτω από τη μύτη μου, χωρίς να κάνω τίποτα, αμαχητί, αβοήθητα, αμελώς, εν γνώσει μου
見返し みかえし

ουσιαστικό

  1. 01 προφυλλο (βιβλίου), εσώφυλλο
  2. 02 εσωτερική επένδυση (υλικό που ράβεται στην εσωτερική ακμή ενός ενδύματος)
  3. 03 αναδρομή, το να υπερισχύει κανείς κάποιου αντιπάλου
見合い結婚 みあいけっこん

ουσιαστικό

  1. 01 προξενιό, γάμος μέσω προξενιού
見ぬふり みぬふり

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 υποκρίνομαι ότι δεν βλέπω κάτι, κάνω τα στραβά μάτια σε κάτι, εθελοτυφλώ για κάτι
見合わせ みあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 κοιτάζω ο ένας τον άλλον
  2. 02 αναβολή, διακοπή, παύση
見に出かける みにでかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 πηγαίνω για να δω (κάτι), παρακολουθώ (π.χ. αγώνα, παράσταση)
見損ねる みそこねる

ρήμα

  1. 01 χάνω την ευκαιρία να δω
見付 みつけ

ουσιαστικό

  1. 01 προσέγγιση (προς πύλη κάστρου)
  2. 02 μπροστινή πλευρά δομικού στοιχείου
見られたものではない みられたものではない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν βλέπεται, αποτρόπαιος, δεν είναι καθόλου κολακευτικό
見晴台 みはらしだい

ουσιαστικό

  1. 01 εξέδρα θέας, πλατφόρμα παρατήρησης, πύργος παρατήρησης, σημείο θέας, υπερυψωμένο σημείο παρατήρησης
見晴るかす みはるかす

ρήμα

  1. 01 αγναντεύω, βλέπω σε μεγάλη απόσταση, εποπτεύω τη θέα από ψηλά
見料 けんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 κόμιστρο εισόδου, αμοιβή για μαντεία
見舞い品 みまいひん

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο για άτομο που περνά δύσκολες στιγμές ή ασθενεί
見越し みこし

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 προσμονή, προσδοκία
  2. 02 επόπτευση από ψηλά (π.χ. πάνω από έναν φράχτη)
見本品 みほんひん

ουσιαστικό

  1. 01 δείγμα προϊόντος, δειγματικό είδος, μοντέλο επίδειξης