368 αποτελέσματα για «入»
入り口点 いりぐちてん
ουσιαστικό
- 01 σημείο εισόδου
入札談合 にゅうさつだんごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνεννόηση πριν από υποβολή προσφοράς ή διαγωνισμό, νόθευση διαγωνισμού
入るを量りて出ずるを為す いるをはかりていずるをなす
άλλο, ρήμα
- 01 υπολογίζω τα έσοδά μου πριν κάνω έξοδα
入れ替え戦 いれかえせん
ουσιαστικό
- 01 αγώνας κατάταξης για τον καθορισμό της ανόδου και του υποβιβασμού (διεξάγεται μεταξύ των ομάδων που βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της ανώτερης κατηγορίας και των ομάδων που βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της κατώτερης κατηγορίας)
入り屋根 いりやね
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό "εισέρχομαι" στην κορυφή (ριζικό 11)
入り頭 いりがしら
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό "εισέρχομαι" που εμφανίζεται στο πάνω μέρος (ριζικό 11)
入唐八家 にっとうはっけ
ουσιαστικό
- 01 οι οκτώ Ιάπωνες μοναχοί που επισκέφθηκαν την Κίνα κατά την πρώιμη περίοδο Χεϊάν (Εντσίν, Ενγκιό, Εννίν, Εούν, Τζόγκιο, Κουκάι, Σαϊτσό και Σουέι)
入札を与える にゅうさつをあたえる
άλλο, ρήμα
- 01 υποβάλλω προσφορά (π.χ. σε δημοπρασία)
入国許可書 にゅうこくきょかしょ
ουσιαστικό
- 01 άδεια εισόδου στη χώρα
入トラヒック にゅうトラヒック
ουσιαστικό
- 01 εισερχόμενη κίνηση
入回線 にゅうかいせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή εισόδου
入出力チャネル にゅうしゅつりょくチャネル
ουσιαστικό
- 01 κανάλι εισόδου-εξόδου
入出力データ にゅうしゅつりょくデータ
ουσιαστικό
- 01 δεδομένα εισόδου και εξόδου
入出力ファイル にゅうしゅつりょくファイル
ουσιαστικό
- 01 αρχείο εισόδου-εξόδου
入出力管理 にゅうしゅつりょくかんり
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος εισόδου-εξόδου
入出力管理記述項 にゅうしゅつりょくかんりきじゅつこう
ουσιαστικό
- 01 καταχώρηση ελέγχου εισόδου-εξόδου
入出力機構 にゅうしゅつりょくきこう
ουσιαστικό
- 01 μονάδα εισόδου-εξόδου, συσκευή εισόδου-εξόδου
入出力処理装置 にゅうしゅつりょくしょりそうち
ουσιαστικό
- 01 μονάδα επεξεργασίας εισόδου και εξόδου, επεξεργαστής εισόδου/εξόδου, IOP
入出力状態 にゅうしゅつりょくじょうたい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση εισόδου-εξόδου
入出力制御システム にゅうしゅつりょくせいぎょシステム
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ελέγχου εισόδου και εξόδου, σύστημα ελέγχου εισόδων/εξόδων, IOCS