422 αποτελέσματα για «分»

分断 ぶんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαίρεση σε μέρη
分担 ぶんたん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη του μεριδίου κάποιου (π.χ. εργασίας), διαμοιρασμός (εργασίας, εξόδων κ.λπ.) μεταξύ μελών, καταμερισμός, κατανομή, διάθεση, ανάθεση
分け わけ

ουσιαστικό

  1. 01 διαίρεση, χωρισμός, ταξινόμηση
  2. 02 μοίρασμα, διανομή
  3. 03 ισοπαλία, πατ
分かち合う わかちあう

ρήμα

  1. 01 μοιράζομαι
分子 ぶんし N1

ουσιαστικό

  1. 01 μόριο
  2. 02 αριθμητής
  3. 03 μέλος (μιας ομάδας), στοιχείο
  4. 04 σωματίδιο
分が悪い ぶがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 σε μειονεκτική θέση, σε δυσμενή κατάσταση, με φτωχές προοπτικές, με ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας
分け与える わけあたえる

ρήμα

  1. 01 μοιράζω, διανέμω
分量 ぶんりょう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ποσότητα, μέγεθος
  2. 02 μέτρηση, ζύγιση
分配 ぶんぱい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαίρεση, μοιρασιά, διαμοιρασμός, διανομή, διάδοση, κατανομή
分岐 ぶんき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκλιση, διακλάδωση, διχοτόμηση, διαχωρισμός
分かり合う わかりあう

ρήμα

  1. 01 καταλαβαίνω ο ένας τον άλλον
分かつ わかつ

ρήμα

  1. 01 διαιρώ, χωρίζω
  2. 02 μοιράζω, διανέμω
  3. 03 διακρίνω
分け合う わけあう

ρήμα

  1. 01 μοιράζομαι
分泌 ぶんぴつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκκριση
分かんない わかんない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν καταλαβαίνω, δεν γνωρίζω
分家 ぶんけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακλάδι οικογένειας, δευτερεύων κλάδος οικογένειας, ίδρυση παρακλαδιού οικογένειας
分の一 ぶんのいち

άλλο, επίθημα

  1. 01 το ένα νιοστό (π.χ. ένα πέμπτο, ένα δέκατο), ένα από τα ν
分かれ道 わかれみち

ουσιαστικό

  1. 01 διασταύρωση, διχάλα, διακλάδωση, δρόμος που χωρίζει
  2. 02 κρίσιμη καμπή, σημείο καμπής (στην πορεία γεγονότων)
分かりにくい わかりにくい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος στην κατανόηση, δυσνόητος, ακατάληπτος
分け入る わけいる

ρήμα

  1. 01 εισχωρώ, ανοίγω δρόμο διαμέσου, διασχίζω πιέζοντας, προχωρώ με δυσκολία μέσα από