36 αποτελέσματα για «叩»

叩き売る たたきうる

ρήμα

  1. 01 πουλάω με ζημιά
  2. 02 πουλάω φτηνά
  3. 03 ξεπουλάω, ξεφορτώνομαι
叩き上げる たたきあげる

ρήμα

  1. 01 ανέρχομαι στην ιεραρχία με σκληρή εργασία
叩き売り たたきうり

ουσιαστικό

  1. 01 ξεπούλημα, προσφορά, έκπτωση
  2. 02 έντονη διαφήμιση προϊόντων με σταδιακή μείωση της τιμής
叩き消す たたきけす

ρήμα

  1. 01 κατασβήνω χτυπώντας (φωτιά)
叩き込み はたきこみ

ουσιαστικό

  1. 01 χατακικόμι, τεχνική ανατροπής με χτύπημα
叩き大工 たたきだいく

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπρόκοπος ξυλουργός
叩き はたき

ουσιαστικό

  1. 01 ξεσκονιστήρι
  2. 02 ξεσκόνισμα
叩けよさらば開かれん たたけよさらばひらかれん

άλλο

  1. 01 κρούε και θα σου ανοιχτεί, ο Θεός ανταποκρίνεται στις προσευχές
叩きを掛ける はたきをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεσκονίζω (ράφια κ.λπ.), χρησιμοποιώ ξεσκονόπανο
叩き箸 たたきばし

ουσιαστικό

  1. 01 χτυπώ τα ξυλάκια φαγητού πάνω στο πιάτο (για να ζητήσω επιπλέον μερίδα κ.λπ.) (παραβίαση της εθιμοτυπίας)
叩首 こうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκλίνομαι με το μέτωπο στο έδαφος (προσκυνώ)
叩き分け たたきわけ

ουσιαστικό

  1. 01 ισόποσος διαμοιρασμός, ομοιόμορφη κατανομή
叩打 こうだ

ουσιαστικό

  1. 01 χτύπημα, κρούση, χαστούκι, χάιδεμα
叩解 こうかい

ουσιαστικό

  1. 01 χτύπημα (στη χαρτοποιία), πολτοποίηση
叩けば埃が出る たたけばほこりがでる

άλλο

  1. 01 αν το ψάξεις θα βρεις σκελετούς στη ντουλάπα, αν κοιτάξεις αρκετά προσεκτικά θα βρεις τα ελαττώματα, αν χτυπήσεις κάτι θα βγει σκόνη
  1. 01 χτυπάω
  2. 02 δέρνω, χτυπάω
  3. 03 προσκυνάω
  4. 04 χτυπάω
  5. 05 δέρνω, συντρίβω
  6. 06 επικρίνω, κατακρίνω