150 αποτελέσματα για «差»

差し支え さしつかえ N2

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόδιο, κώλυμα
差し挟む さしはさむ

ρήμα

  1. 01 τοποθετώ ανάμεσα, παρεμβάλλω
  2. 02 διακόπτω, παρεμβάλλω έναν λόγο
  3. 03 τρέφω, διατηρώ (π.χ. αμφιβολίες, μια θεωρία)
差がつく さがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 δημιουργείται διαφορά, ανακύπτει σημαντική απόκλιση
差配 さはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεκπεραίωση υποθέσεων, διαχείριση
  2. 02 άσκησις ρόλου αντιπροσώπου (ιδιοκτήτη γης, οικίας κ.λπ.), ανάληψη της ευθύνης (οικίας κ.λπ.)
差別的 さべつてき

επίθετο

  1. 01 διακριτικός, μειωτικός
差し替える さしかえる

ρήμα

  1. 01 αντικαθιστώ, αναπληρώνω
差し向かい さしむかい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά
差し障り さしさわり

ουσιαστικό

  1. 01 εμπόδιο, κώλυμα, παρακώλυση, αρνητική επίπτωση
  2. 02 όχληση (σε άλλους), προσβολή, βλάβη
差し当たる さしあたる

ρήμα

  1. 01 αντιμετωπίζω (μια κατάσταση), συναντώ, έρχομαι αντιμέτωπος με
差額 さがく N1

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλοιπο, διαφορά (σε τιμή, κόστος), περιθώριο
差し さし

ουσιαστικό, πρόθημα, άλλο

  1. 01 ανάμεσα (π.χ. δύο άτομα), πρόσωπο με πρόσωπο
  2. 02 εμπόδιο, κώλυμα
  3. 03 αρρυθμικό τμήμα απαγγελίας (ρετσιτατίβο)
  4. 04 παιχνίδι μόνο με δύο παίκτες
  5. 05 πρόθημα που χρησιμοποιείται για έμφαση
  6. 06 μετρητής για παραδοσιακά χορευτικά τραγούδια
差し控える さしひかえる

ρήμα

  1. 01 μετριάζω, περιορίζω
  2. 02 απέχω (από κάτι), συγκρατούμαι (από μια ανακοίνωση, σχόλιο κ.λπ.)
  3. 03 βρίσκομαι δίπλα, βρίσκομαι πλησίον
差別化 さべつか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφοροποίηση
差し引き さしひき N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαίρεση, έκπτωση, υπόλοιπο
  2. 02 παλίρροια, αυξομείωση
差し押さえる さしおさえる

ρήμα

  1. 01 κατάσχω, δεσμεύω, επιβάλλω κατάσχεση σε μισθό ή περιουσιακά στοιχεία
差分 さぶん

ουσιαστικό

  1. 01 σταδιακή διαφορά (για παράδειγμα μεταξύ αρχείων), diff
  2. 02 διαφορά, αφαίρεση, (πεπερασμένες) διαφορές
差し障る さしさわる

ρήμα

  1. 01 παρεμποδίζω, εμποδίζω, επηρεάζω αρνητικά
差し止める さしとめる

ρήμα

  1. 01 σταματώ, απαγορεύω, εμποδίζω κάποιον από το να κάνει κάτι
差し込み さしこみ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή
  2. 02 φις, πρίζα, ρευματοδότης
  3. 03 οξύς πόνος, κολικός, σπασμός, σουβλιά
差し違える さしちがえる

ρήμα

  1. 01 τοποθετώ λανθασμένα, βάζω σε λάθος θέση
  2. 02 σφάλλω στην απόφαση για τον νικητή