120 αποτελέσματα για «混»

混迷 こんめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναταραχή, χάος, σύγχυση
混戦 こんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενική σύρραξη, ακατάστατη μάχη, συμπλοκή
  2. 02 αμφίρροπος αγώνας, σκληρή αναμέτρηση
混成 こんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεικτός (π.χ. ομάδα, χορωδία)
混ぜ込む まぜこむ

ρήμα

  1. 01 ενσωματώνω, αναμειγνύω (π.χ. ένα υλικό)
混乱状態 こんらんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση σύγχυσης
混線 こんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασταύρωση γραμμών, επαφή καλωδίων, διαφωνία ( crosstalk)
  2. 02 μπέρδεμα (διαφορετικών θεμάτων σε μια συζήτηση), σύγχυση, παρεξήγηση
混ぜ物 まぜもの

ουσιαστικό

  1. 01 μίγμα, νοθεία
混ぜっ返す まぜっかえす

ρήμα

  1. 01 ανακατεύω καλά, αναμειγνύω επιμελώς
  2. 02 διακόπτω (με αστείο, σαρκαστικό σχόλιο, κ.λπ.), παρεμβάλλομαι (με ειρωνικό σχόλιο), κοροϊδεύω (αυτό που λέει κάποιος), πειράζω, χλευάζω
混合物 こんごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα, αμάλγαμα
混じる こんじる

ρήμα

  1. 01 αναμιγνύομαι με, ανακατεύομαι με
混血児 こんけつじ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί μεικτής καταγωγής, παιδί μεικτής φυλετικής προέλευσης
混じりけ まじりけ

ουσιαστικό

  1. 01 μίγμα, ακαθαρσίες
混ぜ返す まぜかえす

ρήμα

  1. 01 ανακατεύω καλά, αναδεύω διεξοδικά
  2. 02 διακόπτω (με αστείο, σαρκαστικό σχόλιο, κ.λπ.), παρεμβάλλομαι (με ειρωνικό σχόλιο), κοροϊδεύω (αυτά που λέει κάποιος), πειράζω, χλευάζω
混交 こんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάμειξη, πρόσμειξη, ανακατάσταση, μπέρδεμα
  2. 02 μόλυνση, επιμόλυνση
混ぜ合わす まぜあわす

ρήμα

  1. 01 αναμιγνύω, ανακατεύω, συνθέτω
混ぜこぜ まぜこぜ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μπέρδεμα, ανακάτεμα, χάος, ακατάστατο μείγμα
混雑具合 こんざつぐあい

ουσιαστικό

  1. 01 ο βαθμός συνωστισμού, η κατάσταση της κυκλοφοριακής συμφόρησης
混和 こんわ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μίγμα, ανάμειξη
混ざり物 まざりもの

ουσιαστικό

  1. 01 προσμίξεις, νόθευση
混ぜご飯 まぜごはん

ουσιαστικό

  1. 01 μαγειρεμένο ρύζι με προσθήκη υλικών (κρέας, λαχανικά κ.ά.)