100 αποτελέσματα για «点»

点数を稼ぐ てんすうをかせぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κερδίζω πόντους (στα μάτια κάποιου), βγαίνω κερδισμένος (στην εκτίμηση κάποιου)
点字 てんじ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφφή Μπράιγ
点線 てんせん N1

ουσιαστικό

  1. 01 διακεκομμένη γραμμή, διάτρητη γραμμή
点ずる てんずる

ρήμα

  1. 01 στάζω, ανάβω, πυροδοτώ, φτιάχνω τσάι
点前 てまえ

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία τελετής τσαγιού, πρωτόκολλο τελετής τσαγιού
点描 てんびょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχεδίαση, σκαρίφημα
  2. 02 πουαντιγισμός, τεχνική στιγματογραφίας
点と線 てんとせん

άλλο

  1. 01 σημεία και γραμμές
点取り てんとり

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή πόντων, κέρδος πόντων
点景 てんけい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπα ή ζώα που προστίθενται σε μια εικόνα, συμπληρωματικές λεπτομέρειες μιας εικόνας
点出 てんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απεικόνιση, συμπερίληψη σε εικόνα, σκιαγράφηση
点頭 てんとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάφαση με νεύμα του κεφαλιού
点棒 てんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 μπαστούνι πόντων, μάρκα, μάρκα πόντων
点字ブロック てんじブロック

ουσιαστικό

  1. 01 οδηγός τυφλών, ανάγλυφες πλάκες πεζοδρομίου, τεχνίτη πλάκα δαπέδου
点綴 てんてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασπορά, διάστικτη τοποθέτηση (π.χ. στην ύπαιθρο), στολισμός με διάστικτα στοιχεία
点を打つ てんをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 σημαδεύω με μία τελεία
点を稼ぐ てんをかせぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 κερδίζω την εύνοια κάποιου, προσπαθώ να φανώ αρεστός σε κάποιον
点眼薬 てんがんやく

ουσιαστικό

  1. 01 κολλύριο
点眼 てんがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενστάλαξη φαρμάκου στους οφθαλμούς
点睛 てんせい

ουσιαστικό

  1. 01 προσθήκη ματιών και άλλων τελικών πινελιών σε πίνακα ζωγραφικής που απεικονίζει ζώο
点検口 てんけんこう

ουσιαστικό

  1. 01 θυρίδα πρόσβασης (συνήθως καταπακτή δαπέδου ή οροφής), οπή επιθεώρησης