324 αποτελέσματα για «立»

立候補 りっこうほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποψηφιότητα, θέση υποψηφίου, διεκδίκηση (για τη φιλοξενία μιας εκδήλωσης, π.χ. των Ολυμπιακών Αγώνων)
立ち話 たちばなし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση όρθιος, όρθια συζήτηση στον δρόμο
立ち回る たちまわる

ρήμα

  1. 01 τριγυρίζω, πηγαινοέρχομαι
  2. 02 συμπεριφέρομαι, ενεργώ, κάνω ελιγμούς (προς όφελος μου), παίζω το παιχνίδι μου (σωστά)
  3. 03 περνώ από κάπου (συνηθισμένο για φυγάδες), κάνω μια στάση, εμφανίζομαι (κάπου)
  4. 04 παίζω σκηνή μάχης, καβγαδίζω (σε θεατρικό έργο, ταινία, κ.λπ.)
立ち入り禁止 たちいりきんし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απαγορεύεται η είσοδος, απαγορεύεται η πρόσβαση, μη εισέρχεσθε
  2. 02 απαγορευμένος, περιορισμένος
立ちすくむ たちすくむ

ρήμα

  1. 01 παγώνω, μένω ακίνητος, παραλύω (από τρόμο), μένω άναυδος (από κατάπληξη)
立て たて

πρόθημα, επίθημα, άλλο

  1. 01 κεντρικός, κύριος, ηγετικός, επικεφαλής, αρχηγός
  2. 02 μόλις (έγινε)
  3. 03 αριθμός διαδοχικών ηττών
立ちふさがる たちふさがる

ρήμα

  1. 01 ορθώνομαι εμποδίζοντας τη διέλευση, φράζω τον δρόμο κάποιου, εμποδίζω τη διαδρομή
立ち込める たちこめる

ρήμα

  1. 01 υψώνομαι, καλύπτω, περιβάλλω, κρύβω
立ち上がり たちあがり

ουσιαστικό

  1. 01 έναρξη, ξεκίνημα, ανάπτυξη
  2. 02 ο τρόπος με τον οποίο ένας πίτσερ αποδίδει στο ξεκίνημα του παιχνιδιού
立ち たち

ουσιαστικό, πρόθημα

  1. 01 αναχώρηση, ξεκίνημα, εκκίνηση
  2. 02 εξάντληση, κατανάλωση, κάψιμο (π.χ. μιας λάμπας)
  3. 03 πέρασμα του χρόνου, παρέλευση
  4. 04 πρόβα
  5. 05 πρωταγωνιστικός ανδρικός ρόλος
  6. 06 όρμημα (από οκλαδόν), αρχική επίθεση, αναμέτρηση
  7. 07 πρόθεμα ρήματος που δηλώνει έμφαση και μερικές φορές επισημότητα
立証 りっしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόδειξη, επίδειξη, τεκμηρίωση
立ち入り たちいり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος
立体 りったい N1

ουσιαστικό

  1. 01 στερεό σώμα, τρισδιάστατο αντικείμενο
  2. 02 πολυώροφος χώρος στάθμευσης
立案 りつあん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σχεδιασμός, κατάστρωση (σχεδίου)
  2. 02 σύνταξη, εκπόνηση
立腹 りっぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θυμός, εξοργίζομαι, προσβάλλομαι, χάνω την ψυχραιμία μου
立ち回り たちまわり

ουσιαστικό

  1. 01 καυγάς, συμπλοκή
  2. 02 περιδιάβαση, βόλτα τριγύρω
  3. 03 τρόπος συμπεριφοράς
  4. 04 περίπατος (στο θέατρο νο, μια δράση που περιλαμβάνει κύκλους στη σκηνή)
立ち姿 たちすがた

ουσιαστικό

  1. 01 όρθια στάση, όρθιο παράστημα
  2. 02 χορευτική στάση
立地 りっち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλογή τοποθεσίας (π.χ. για βιομηχανία), καθορισμός θέσης
  2. 02 οπτική γωνία, θέση
立花 りっか

ουσιαστικό

  1. 01 ρίκα, επίσημο στυλ ιαπωνικής ανθοδετικής
立てこもる たてこもる

ρήμα

  1. 01 κλείνομαι (στο σπίτι μου, στο δωμάτιό μου κ.λπ.), περιορίζομαι σε κάποιο χώρο
  2. 02 ταμπουρώνομαι (σε κτίριο), οχυρώνομαι, κρύβομαι, κατέχω (κάστρο κ.λπ.)