134 αποτελέσματα για «組»

組み付く くみつく

ρήμα

  1. 01 συμπλέκομαι, παλεύω
組み手 くみて

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινη σύνδεση, ξυλουργική ένωση
  2. 02 κουμιτέ, αγώνας επίδειξης, ζευγαρωτή εξάσκηση κάτα
  3. 03 λαβή γιοτσού-γκούμι, αμοιβαία πάλη
  4. 04 πιάσιμο, λαβή (στο τζούντο)
  5. 05 πάσα με ενωμένα χέρια (στο βόλεϊ)
  6. 06 παλαιστής, παλαιστικός τύπος
  7. 07 πλέκτης, αυτός που πλέκει σχοινιά
組織化 そしきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οργάνωση, συστηματοποίηση
組み入れる くみいれる

ρήμα

  1. 01 ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω, εισάγω
組織力 そしきりょく

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωτική ικανότητα
組み合わす くみあわす

ρήμα

  1. 01 συναρμολογώ, συνδυάζω, ενώνω, συνενώνω
  2. 02 αντιπαραβάλλω (π.χ. σε ένα άθλημα)
組になる くみになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμπράττω, συνεργάζομαι
組頭 くみがしら

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός ομάδας
組合員 くみあいいん

ουσιαστικό

  1. 01 συνδικαλιστής, μέλος εργατικού σωματείου
組織立つ そしきだつ

ρήμα

  1. 01 έχω οργανωμένα σχέδια, είμαι συστηματικός
組紐 くみひも

ουσιαστικό

  1. 01 πλεξούδα, πλεγμένο κορδόνι
組み立て式 くみたてしき

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 συναρμολογούμενος, προκατασκευασμένος, αποσυναρμολογούμενος (π.χ. κινητήρας), σε επίπεδη συσκευασία (έπιπλα)
組織委員会 そしきいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωτική επιτροπή
組織名 そしきめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα οργανισμού
組曲 くみきょく

ουσιαστικό

  1. 01 σουίτα
組織犯罪 そしきはんざい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωμένο έγκλημα
組み分け くみわけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χωρισμός σε ομάδες, κατάταξη σε τμήματα (π.χ. μαθητών ανάλογα με την ικανότητά τους)
組織運営 そしきうんえい

ουσιαστικό

  1. 01 διαχείριση οργανισμού, οργανωτική διοίκηση, οργανωτική λειτουργία
組み込み くみこみ

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 ένθεση, εισαγωγή (εκτύπωση)
  2. 02 ενσωματωμένος, προκαθορισμένος (π.χ. λογισμικό)
組体操 くみたいそう

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδική γυμναστική (όπου οι ομάδες σχηματίζουν πυραμίδες ή άλλα σχήματα)