75 αποτελέσματα για «肩»

肩甲骨 けんこうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 ωμοπλάτη
肩身の狭い かたみのせまい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ντροπιασμένος, που αισθάνεται άβολα ή υποδεέστερος σε μια κοινωνική κατάσταση
肩が凝る かたがこる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω πιάσιμο στους ώμους
  2. 02 νιώθω αμήχανα, νιώθω άβολα, νιώθω τεταμένα
  3. 03 σοβαρός, λιγομίλητος
肩透かし かたすかし

ουσιαστικό

  1. 01 κατασουκάσι, τεχνική κατά την οποία ο αμυνόμενος αρπάζει το χέρι του αντιπάλου τη στιγμή που αυτός ορμάει, βγαίνοντας εκτός γραμμής και σπρώχνοντας προς τα κάτω την ωμοπλάτη του με το άλλο χέρι, αναγκάζοντάς τον έτσι να πέσει
  2. 02 αποφυγή, απόκρουση (ερωτήσεων)
  3. 03 απογοήτευση, ανεκπλήρωτη προσδοκία
肩紐 かたひも

ουσιαστικό

  1. 01 τιράντα (σε φόρεμα, τσάντα, κ.λπ.)
肩こり かたこり

ουσιαστικό

  1. 01 αυχενικό πιάσιμο, πιάσιμο στους ώμους
肩身 かたみ

ουσιαστικό

  1. 01 ώμοι, σώμα
  2. 02 τιμή, υπόληψη, κύρος, γόητρο
肩先 かたさき

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή ώμου
肩透かしを食らう かたすかしをくらう

άλλο, ρήμα

  1. 01 απογοητεύομαι, νιώθω προδομένος
  2. 02 βλέπω την επίθεση ή την ερώτησή μου να αποφεύγεται, μένω με την όρεξη αφού ο άλλος αποφεύγει την αντιπαράθεση
肩掛け かたかけ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλι, εσάρπα
肩肘張る かたひじはる

ρήμα

  1. 01 παριστάνω τον θαρραλέο, κάνω τον μεγάλο, δείχνω αδιάλλακτος
  2. 02 συμπεριφέρομαι τυπικά, είμαι δύσκαμπτος
肩慣らし かたならし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προθέρμανση, προπαρασκευαστική άσκηση
肩で風を切る かたでかぜをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 περπατώ με στόμφο, κυκλοφορώ με υπεροψία, έχω αυτοπεποίθηση, δεν έχω έγνοιες
肩当て かたあて

ουσιαστικό

  1. 01 επιγονάτιδα, ενίσχυση ώμου, επωμίδα
  2. 02 μανδύας που φοριέται στο κρεβάτι
肩章 けんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διακριτικό ώμου, επωμίδα
肩もみ かたもみ

ουσιαστικό

  1. 01 μάλαξη ώμων, μασάζ στους ώμους
肩肘を張る かたひじをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παριστάνω τον θαρραλέο, το παίζω σπουδαίος, είμαι αδιάλλακτος
  2. 02 φέρομαι επισημοφανώς, έχω στημένη στάση, είμαι δύσκαμπτος
肩たたき かたたたき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελαφρύ χτύπημα στους ώμους (για ανακούφιση από το πιάσιμο), μάλαξη ώμων, ραβδί μάλαξης για το χτύπημα των ώμων
  2. 02 άγγιγμα στον ώμο (ως υπόδειξη για παραίτηση), παρότρυνση σε κάποιον να παραιτηθεί, πίεση σε κάποιον για να παραιτηθεί
肩を入れる かたをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποστηρίζω, στηρίζω, παίρνω το μέρος κάποιου, συντάσσομαι με κάποιον
  2. 02 καλύπτω ξανά τον εκτεθειμένο ώμο μου
肩部 けんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ώμος