155 αποτελέσματα για «解»

解す ほぐす

ρήμα

  1. 01 ξεμπλέκω, ξετυλίγω, λύνω, χαλαρώνω
  2. 02 διαλύω σε κομμάτια, ξεχωρίζω, ψιλοκόβω (ψάρι)
  3. 03 ανακουφίζω, καταπραΰνω, χαλαρώνω
解き明かす ときあかす

ρήμα

  1. 01 αποκαλύπτω, επιλύω, φανερώνω
解放感 かいほうかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση απελευθέρωσης, αίσθημα ελευθερίας
解毒 げどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποτοξίνωση, εξουδετέρωση δηλητηρίου
解禁 かいきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρση απαγόρευσης, κατάργηση εμπάργκο, έναρξη περιόδου (κυνηγιού, ψαρέματος κ.λπ.)
  2. 02 δημοσιοποίηση περιεχομένου, αποκάλυψη πληροφοριών
解任 かいにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποπομπή (από θέση), απόλυση, παύση
解せない げせない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ακατανόητος, δυσνόητος
解決方法 かいけつほうほう

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος επίλυσης (ενός προβλήματος), λύση
解毒剤 げどくざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδοτο
解決法 かいけつほう

ουσιαστικό

  1. 01 λύση, τρόπος διεξόδου
解きほぐす ときほぐす

ρήμα

  1. 01 ξεμπλέκω, ξετυλίγω
  2. 02 χαλαρώνω, μαλακώνω, ανακουφίζω (π.χ. στρες, ένταση), αίρω (π.χ. αμφιβολία)
解れる ほぐれる

ρήμα

  1. 01 λύνεται, ξεμπλέκεται
  2. 02 μαλακώνει, χαλαρώνει
解凍 かいとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόψυξη
  2. 02 αποσυμπίεση (δεδομένων), εξαγωγή, ξεπακετάρισμα
解ける ほどける N1

ρήμα

  1. 01 λύνομαι, ξεδιπλώνομαι, ξετυλίγομαι
  2. 02 χαλαρώνω (π.χ. ένταση)
解く ほどく N2

ρήμα

  1. 01 λύω, ξετυλίγω, ξεκουμπώνω, λύνω κορδόνια, ξεμπλέκω, χαλαρώνω, ξεπακετάρω
解約 かいやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταγγελία σύμβασης
解毒薬 げどくやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδοτο
解決の糸口 かいけつのいとぐち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κλειδί για μια λύση, πρώτο βήμα προς μια λύση, νήμα για την εξιχνίαση ενός μυστηρίου
解法 かいほう

ουσιαστικό

  1. 01 λύση, μέθοδος επίλυσης
解像度 かいぞうど

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση (οθόνης, εκτυπωτή, σαρωτή κ.λπ.)
  2. 02 επίπεδο κατανόησης, πόσο καλά κατανοεί κανείς ένα πρόσωπο ή ένα πράγμα