146 αποτελέσματα για «論»

論証 ろんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόδειξη, βέβαιη αλήθεια, επίδειξη, επιχειρηματολογία
論旨 ろんし

ουσιαστικό

  1. 01 το κύριο σημείο μιας επιχειρηματολογίας, η ουσία ενός συλλογισμού
論説 ろんせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρθρο, πραγματεία, διατριβή, γραπτό επιχείρημα, σχολιασμός
  2. 02 κύριο άρθρο, συντακτικό σχόλιο
論功行賞 ろんこうこうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 απονομή τιμών και ανταμοιβών βάσει της αξίας του καθενός
論じ合う ろんじあう

ρήμα

  1. 01 συζητώ, διαπληκτίζομαι, επιχειρηματολογώ, αντιπαρατίθεμαι, διαλέγομαι, διαφιλονικώ
論考 ろんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μελέτη, συζήτηση, πραγματεία, έρευνα, ερευνητικό άρθρο, ακαδημαϊκή εργασία
論客 ろんきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπαραθετικός συζητητής, πολέμιος, διαφωνών
論述 ろんじゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τεκμηριωμένη διατύπωση (μιας λογικής επιχειρηματολογίας), διατριβή, εκφώνηση, παρουσίαση
論う あげつらう

ρήμα

  1. 01 συζητώ, πραγματεύομαι
  2. 02 ψέγω, επικρίνω, κατακρίνω
論理回路 ろんりかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 λογική διάταξη, λογικό κύκλωμα
論告 ろんこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τελική αγόρευση εισαγγελέα
論文集 ろんぶんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή επιστημονικών εργασιών, συγκεντρωμένα έργα, συλλογή άρθρων και δοκιμίων
論陣を張る ろんじんをはる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω σταθερή θέση, επιχειρηματολογώ σχετικά με κάτι
論理上 ろんりじょう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 λογικά, από λογική σκοπιά
論壇 ろんだん

ουσιαστικό

  1. 01 βήμα αγορεύσεων, ο χώρος της κριτικής
論敵 ろんてき

ουσιαστικό

  1. 01 αντίπαλος σε συζήτηση ή αντιπαράθεση
論理学者 ろんりがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λογικός
論理構造 ろんりこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 λογική δομή
論駁 ろんばく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανασκευή, κατάρριψη
論題 ろんだい

ουσιαστικό

  1. 01 θέμα, αντικείμενο