99 αποτελέσματα για «起»

起業 きぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας, προώθηση επιχείρησης
起こり おこり

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή, καταγωγή, προέλευση, αιτία, αρχή, γένεση
起爆装置 きばくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 πυροκροτητής
起居 ききょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθημερινή ζωή
  2. 02 κατάσταση, ευεξία, υγεία
  3. 03 όρθια και καθιστή στάση, κινήσεις
起爆剤 きばくざい

ουσιαστικό

  1. 01 πυροκροτητής, αναφλεκτήρας
  2. 02 εναυσμα, παρόρμηση, σπίθα
起き直る おきなおる

ρήμα

  1. 01 ανακάθομαι
起承転結 きしょうてんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγή, ανάπτυξη, ανατροπή και κατακλείδα (τετραμερής δομή της κινεζικής ποίησης)
  2. 02 διάρθρωση και εξέλιξη μιας ιστορίας
起り むくり

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτότητα
起業家 きぎょうか

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματίας, άτομο που ξεκινά μια νέα επιχείρηση
起草 きそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνταξη (π.χ. ενός νομοσχεδίου), κατάρτιση
起重機 きじゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 γερανός, ανυψωτικό μηχάνημα
起臥 きが

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθημερινή ζωή, καθημερινότητα, το ξύπνημα και το πλάγιασμα στο κρεβάτι
起訴状 きそじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορητήριο (έγγραφο)
起動時 きどうじ

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική στιγμή της εκκίνησης
起動者 きどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενεργοποιητής
起請文 きしょうもん

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτός θρησκευτικός όρκος, γραπτή υπόσχεση προς τους θεούς
起きがけ おきがけ

ουσιαστικό

  1. 01 αμέσως μετά το ξύπνημα
起毛 きもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χνούδιασμα (ύφασμα)
起動画面 きどうがめん

ουσιαστικό

  1. 01 οθόνη εκκίνησης
起稿 きこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ τη συγγραφή (προσχεδίου), σχεδιάζω κείμενο