242 αποτελέσματα για «身»
身を寄せる みをよせる
άλλο, ρήμα
- 01 φιλοξενούμαι σε ξένο σπίτι, εξαρτώμαι οικονομικά από κάποιον
- 02 κολλάω πάνω σε κάτι, πλησιάζω πολύ κοντά
身柄 みがら
ουσιαστικό
- 01 άτομο
身を任せる みをまかせる
άλλο, ρήμα
- 01 παραδίνομαι (κυρίως για γυναίκα σε άνδρα), αφήνομαι στα χέρια κάποιου
身震い みぶるい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρίγος (από κρύο), τρόμος (από φόβο), τρέμουλο
身じろぎ みじろぎ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανακίνηση, ελαφρά κίνηση
身をよじる みをよじる
άλλο, ρήμα
- 01 στρίβω, περιστρέφομαι, σφαδάζω (π.χ. από πόνο), στριφογυρίζω, στριφογυρίζω στη θέση μου
身の上 みのうえ N1
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κοινωνική θέση, προσωπικό ιστορικό, προσωπικές περιστάσεις
- 02 μοίρα, πεπρωμένο, μέλλον
身軽 みがる
επίθετο
- 01 ευκίνητος, ευέλικτος, ελαφρύς (στο περπάτημα)
- 02 πρόχειρος (για ρουχισμό), ελαφρύς (π.χ. για αποσκευές)
- 03 ξέγνοιαστος, με περιορισμένες ευθύνες
身支度 みじたく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενδυμασία, εμφάνιση
- 02 ντύνομαι, ετοιμάζομαι
身体中 しんたいじゅう
ουσιαστικό
- 01 σε όλο το σώμα
身代わり みがわり
ουσιαστικό
- 01 αντικαταστάτης, αναπληρωτής, εξιλαστήριο θύμα, θυσία
身を翻す みをひるがえす
άλλο, ρήμα
- 01 στρίβω επιδέξια, αποφεύγω
身にまとう みにまとう
άλλο, ρήμα
- 01 φοράω, είμαι ντυμένος με, έχω πάνω μου
身の回り みのまわり N1
άλλο, ουσιαστικό
- 01 προσωπικά αντικείμενα, άμεσο περιβάλλον, καθημερινή ζωή, καθημερινές ανάγκες
身を委ねる みをゆだねる
άλλο, ρήμα
- 01 παραδίνομαι (σε κάτι), αφοσιώνομαι (σε κάτι), υποτάσσομαι (σε κάτι)
身も心も みもこころも
άλλο
- 01 σώμα και ψυχή, νους και σώμα
身を置く みをおく
άλλο, ρήμα
- 01 θέτω τον εαυτό μου σε μια κατάσταση, περιβάλλον κ.λπ., περιβάλλω τον εαυτό μου με
身を投げる みをなげる
άλλο, ρήμα
- 01 ρίχνω τον εαυτό μου (π.χ. από γκρεμό κ.λπ.)
身をもって みをもって
άλλο
- 01 με το ίδιο μου το σώμα, με προσωπική δράση, από προσωπική εμπειρία, προσωπικά, από πρώτο χέρι
- 02 παρά τρίχα, οριακά
身のこなし みのこなし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 σωματική στάση, αυτοκυριαρχία, παράστημα, συμπεριφορά, κίνηση του σώματος