178 αποτελέσματα για «追»

追い立てる おいたてる

ρήμα

  1. 01 εξωθώ, οδηγώ μπροστά (π.χ. κοπάδι), ξεσηκώνω (θήραμα από τη φωλιά του), διώχνω μακριά
  2. 02 πιέζω ένοικο να εγκαταλείψει το ακίνητο, κάνω έξωση
追いすがる おいすがる

ρήμα

  1. 01 καταδιώκω κάποιον επίμονα, ακολουθώ κάποιον στενά
追い打ちをかける おいうちをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιτίθεμαι σε τρεπόμενο σε φυγή εχθρό, αποτελειώνω κάποιον που είναι ήδη πεσμένος, ρίχνω αλάτι στην πληγή
追従 ついじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακολουθία (π.χ. γνώμης κάποιου), υποτακτικότητα, προσκόλληση, συμμόρφωση, μίμηση, υποκριτική συμπεριφορά, δουλικότητα
追手 おいて

ουσιαστικό

  1. 01 διώκτης, καταδιωκτική ομάδα
追い回す おいまわす

ρήμα

  1. 01 κυνηγώ γύρω-γύρω, καταδιώκω επίμονα, πιέζω ασφυκτικά
追尾 ついび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταδίωξη, παρακολούθηση, ιχνηλάτηση
追随 ついずい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακολουθώ (στα βήματα κάποιου)
  2. 02 προλαβαίνω, φτάνω στο ίδιο επίπεδο
追っ払う おっぱらう

ρήμα

  1. 01 διώχνω, απομακρύνω, εξορίζω
追い討ち おいうち

ουσιαστικό

  1. 01 καταδίωξη και επίθεση σε υποχωρούντα εχθρό
  2. 02 επιπλέον πλήγμα σε μια ήδη δυσάρεστη κατάσταση, ρίξιμο αλατιού στην πληγή
追試 ついし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επανάληψη (πειράματος), επαλήθευση (πειραματικών αποτελεσμάτων), αναπαραγωγή, επιβεβαίωση
  2. 02 συμπληρωματική εξέταση, επαναληπτική εξέταση
追憶 ついおく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάμνηση, ενθύμηση
追いかけ回す おいかけまわす

ρήμα

  1. 01 κυνηγώ γύρω γύρω
追々 おいおい

επίρρημα

  1. 01 σταδιακά, βαθμιαία, σιγά σιγά, βήμα βήμα
追い風 おいかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 ούριος άνεμος, ευνοϊκός άνεμος
  2. 02 ευνοϊκή συνθήκη, πλεονεκτική κατάσταση
追究 ついきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεξοδική έρευνα, επισταμένη εξέταση, επιδίωξη (π.χ. της αλήθειας)
追跡者 ついせきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διώκτης, καταδιώκτης
追い落とす おいおとす

ρήμα

  1. 01 εκδιώκω, εκθρονίζω, αντικαθιστώ (από θέση εξουσίας)
  2. 02 καταδιώκω προς τα κάτω (π.χ. σε μια κοιλάδα), κυνηγώ προς τα κάτω
  3. 03 καταλαμβάνω (ένα κάστρο), κυριεύω (διώχνοντας τη φρουρά)
  4. 04 απομακρύνω (π.χ. από την πρωτεύουσα), εξορίζω
  5. 05 αρπάζω, αποσπώ, στήνω ενέδρα
追い上げる おいあげる

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, ασκώ πίεση, καταδιώκω
追い込み おいこみ

ουσιαστικό

  1. 01 τελικό στάδιο, τελευταία φάση, τελική ευθεία, τελικό σπριντ
  2. 02 εκτυπώσιμη περιοχή (στις εκδόσεις)
  3. 03 εξώστης (σε θέατρο)
  4. 04 οδήγηση (ζώων, ψαριών κ.λπ.), κοπαδιάσμα, καταδίωξη
  5. 05 αναγκασμός άλλου παίκτη σε πάσο (ώστε να μπορέσει κανείς να συμμετάσχει στο παιχνίδι)