353 αποτελέσματα για «連»

連鎖 れんさ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλυσίδα, σειρά, σύνδεση
  2. 02 σύνδεση, αλληλουχία
連発 れんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδοχική εμφάνιση, διαδοχική ενέργεια, σειρά (περιστατικών), καταιγισμός
  2. 02 ταχεία διαδοχική βολή, ριπή πυρών
  3. 03 καταιγισμός (ερωτήσεων, ύβρεων κ.λπ.), συνεχής ροή, βροχή (ερωτήσεων), διαδοχική εκτόξευση (αστείων)
連れ帰る つれかえる

ρήμα

  1. 01 φέρνω κάποιον πίσω στο σπίτι, συνοδεύω κάποιον πίσω στο σπίτι
連絡が取れる れんらくがとれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταφέρνω να επικοινωνήσω, κατορθώνω να έρθω σε επαφή
連動 れんどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λειτουργώ από κοινού, συνεργάζομαι, συνδέομαι, διασυνδέομαι, συμπλέκομαι
連射 れんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταχεία βολή, ακατάπαυστη βολή, βολή κατά ριπάς
連載 れんさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημοσίευση σε συνέχειες, δημοσίευση σε μέρη, μυθιστόρημα σε συνέχειες
連呼 れんこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναλαμβανόμενη εκφώνηση (π.χ. ενός ονόματος)
  2. 02 διαδοχική άρθρωση (συνήθως επαναλαμβάνοντας μια συλλαβή με ηχηρότητα, όπως στο «tsuzuku»)
連れ立つ つれだつ

ρήμα

  1. 01 συνοδεύω, πηγαίνω μαζί, συνοδοιπορώ
連絡を入れる れんらくをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επικοινωνώ, έρχομαι σε επαφή, ενημερώνω
連合軍 れんごうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 συμμαχικές δυνάμεις, οι Σύμμαχοι (π.χ. κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
連結 れんけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνδεση, σύνδεσμος, ένωση, σύζευξη, προσάρτηση, συμβολή, αλληλουχία, ενοποίηση (π.χ. λογαριασμών εταιρείας)
連打 れんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεχόμενα χτυπήματα, επανειλημμένα κτυπήματα, καταιγισμός χτυπημάτων
  2. 02 διαδοχικά χτυπήματα (π.χ. στην πυγμαχία, στο μπέιζμπολ)
連れ づれ

επίθημα

  1. 01 συνοδεία, με την παρέα του..., ως ομάδα που αποτελείται από...
  2. 02 ομοϊδεάτες του..., τύποι σαν τον...
連ねる つらねる N1

ρήμα

  1. 01 παρατάσσω, τοποθετώ στη σειρά
  2. 02 προσθέτω, εντάσσω (ως μέλος σε μια οργάνωση κ.λπ.), συμπεριλαμβάνω (π.χ. σε μια λίστα)
  3. 03 συνδέω, ενώνω, παραθέτω στη σειρά (π.χ. κομπλιμέντα), απαριθμώ
  4. 04 παίρνω μαζί μου, συνοδεύω
連邦 れんぽう N1

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδία (κρατών), συνομοσπονδία, κοινοπολιτεία, ένωση
連絡がつく れんらくがつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ερχομαι σε επαφή
連絡を取り合う れんらくをとりあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 διατηρώ επαφή (π.χ. μέσω τηλεφώνου, αλληλογραφίας κ.λπ.), παραμένω σε επικοινωνία
連盟 れんめい N1

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση, ομοσπονδία, σύνδεσμος
連れ回す つれまわす

ρήμα

  1. 01 περιφέρω κάποιον σε διάφορα μέρη (συχνά παρά τη θέλησή του), σέρνω κάποιον μαζί μου από μέρος σε μέρος