179 αποτελέσματα για «仕»

仕事帰り しごとがえり

ουσιαστικό

  1. 01 στο δρόμο της επιστροφής από την εργασία
仕事を辞める しごとをやめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραιτούμαι από την εργασία μου, παραιτούμαι
仕事柄 しごとがら

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 λόγω επαγγέλματος, εξαιτίας της φύσης της δουλειάς
仕事量 しごとりょう

ουσιαστικό

  1. 01 φόρτος εργασίας, ποσότητα εργασίας που πρέπει να εκτελεστεί από κάποιον
仕官 しかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρατική υπηρεσία, ανάληψη κυβερνητικού αξιώματος
  2. 02 εύρεση νέου άρχοντα ή κυρίου προς υπηρεσία (για έναν ρονίν)
仕事部屋 しごとべや

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο, χώρος εργασίας
仕分け しわけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταξινόμηση, διαλογή, κατηγοριοποίηση
  2. 02 λογιστική εγγραφή (στη λογιστική)
仕舞い しまい

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, κλείσιμο, ολοκλήρωση, τερματισμός
  2. 02 χορός νο με απλά ρούχα
仕る つかまつる

ρήμα, άλλο

  1. 01 κάνω, εκτελώ, φέρνω σε πέρας
  2. 02 υπηρετώ, φροντίζω, παρευρίσκομαι
仕出かす しでかす

ρήμα

  1. 01 διαπράττω, προκαλώ, τα κάνω θάλασσα (για σφάλμα, ακαταστασία κ.λπ.), φέρνω εις πέρας
  2. 02 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, καταφέρνω
仕置き しおき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τιμωρία (ειδικά το χαστούκισμα σε παιδί)
  2. 02 ποινική τιμωρία (ειδικά η εκτέλεση, περίοδος Έντο)
仕立て屋 したてや

ουσιαστικό

  1. 01 ράφτης, μοδίστρα
仕損じる しそんじる

ρήμα

  1. 01 σφάλλω, αποτυγχάνω, κάνω λάθος
仕事着 しごとぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ρούχα εργασίας, επαγγελματική ενδυμασία
仕分ける しわける

ρήμα

  1. 01 διαχωρίζω, ταξινομώ, καταχωρίζω σε λογιστικό ημερολόγιο
仕事にならない しごとにならない

άλλο

  1. 01 αδυνατώ να εργαστώ, δεν μπορώ να φέρω εις πέρας καμία δουλειά
仕儀 しぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση, εξελίξεις, έκβαση
仕入れ先 しいれさき

ουσιαστικό

  1. 01 προμηθευτής
仕掛け人 しかけにん

ουσιαστικό

  1. 01 υποκινητής, οργανωτής
仕事人間 しごとにんげん

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιομανής, άτομο προσηλωμένο στην καριέρα