64 αποτελέσματα για «懐»
懐が暖かい ふところがあたたかい
άλλο, επίθετο
- 01 έχω γεμάτο πορτοφόλι, είμαι οικονομικά άνετος, έχω γεμάτη τσάντα
懐こい なつこい
επίθετο
- 01 φιλικός, προσιτός, συμπαθής
懐郷 かいきょう
ουσιαστικό
- 01 νοσταλγία, λαχτάρα για την πατρίδα, νοσταλγία για το σπίτι
懐を痛める ふところをいためる
άλλο, ρήμα
- 01 πληρώνω από την τσέπη μου
懐疑主義者 かいぎしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 σκεπτικιστής, δύσπιστος
懐抱 かいほう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διατηρώ (μια σκέψη, ένα συναίσθημα κ.λπ.) στο μυαλό μου
- 02 αγκαλιάζω, κρατώ στην αγκαλιά μου
- 03 κόρφος, εσωτερική τσέπη
懐が寒い ふところがさむい
άλλο, επίθετο
- 01 άφραγκος, στενά οικονομικά
懐旧談 かいきゅうだん
ουσιαστικό
- 01 αναμνήσεις, συζήτηση για τα παλιά χρόνια
懐郷病 かいきょうびょう
ουσιαστικό
- 01 νοσταλγία
懐を肥やす ふところをこやす
άλλο, ρήμα
- 01 πλουτίζω εις βάρος άλλων, γεμίζω τις τσέπες μου
懐古厨 かいこちゅう
ουσιαστικό
- 01 νοσταλγός, άτομο που προτιμά τις παλιές καλές μέρες, οπισθοδρομικός
懐い なつい
επίθετο
- 01 αγαπημένος, νοσταλγικός, πολυαγαπημένος, αυτός που αναπολώ
懐炉灰 かいろばい
ουσιαστικό
- 01 καύσιμη ύλη για θερμοφόρο τσέπης (κάιρο)
懐勘定 ふところかんじょう
ουσιαστικό
- 01 οικονομική κατάσταση
懐都合 ふところつごう
ουσιαστικό
- 01 οικονομική κατάσταση, οικονομική επιφάνεια
懐ける なつける
ρήμα
- 01 κερδίζω κάποιον, κερδίζω την καρδιά κάποιου
懐銭 ふところぜに
ουσιαστικό
- 01 χαρτζιλίκι
懐かしのメロディ なつかしのメロディ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 νοσταλγικό τραγούδι, διαχρονική επιτυχία
懐中花 かいちゅうばな
ουσιαστικό
- 01 χανάφουντα τσέπης, μικρό χανάφουντα
懐孕 かいよう
ουσιαστικό
- 01 εγκυμοσύνη, σύλληψη