133 αποτελέσματα για «肉»

肉切り包丁 にくきりぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μαχαίρι τεμαχισμού, μαχαίρι κρεοπωλείου, μπαλτάς, κόφτης κρέατος
肉を切らせて骨を断つ にくをきらせてほねをたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 θυσιάζω κάτι μικρό για να επιτύχω έναν μεγαλύτερο σκοπό, υφίσταμαι ζημία για να προκαλέσω μεγαλύτερη στον εχθρό, επιτρέπω να πληγωθεί η σάρκα μου για να κόψω το κόκαλο του αντιπάλου
肉便器 にくべんき

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρώπινη τουαλέτα, ακόλαστη γυναίκα
肉付きの良い にくづきのよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 εύσαρκος, γεροδεμένος, εύρωστος, παχουλός
肉が落ちる にくがおちる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αδυνατίζω, χάνω βάρος
肉付け にくづけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμπλουτισμός (π.χ. ενός σχεδίου), προσθήκη λεπτομερειών
  2. 02 πλασιοποίηση, μοντελοποίηση
肉離れ にくばなれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θλάση ή ρήξη μυός
肉筆 にくひつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιόχειρη γραφή, αυτόγραφο
  2. 02 χειρόγραφος με πινέλο
肉壷 にくつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 νικουτσούμπο, γυναικείο γεννητικό όργανο (χυδαίο)
肉腫 にくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σάρκωμα
肉体労働者 にくたいろうどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χειρώνακτας εργάτης
肉食系女子 にくしょくけいじょし

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκοβόρα γυναίκα, θηλυκό αρπακτικό, επιθετική γυναίκα που παίρνει την πρωτοβουλία στις σχέσεις με άνδρες
肉付きが良い にくづきがよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 παχουλός, καλοθρεμμένος, γεμάτος, ευτραφής
肉の厚い にくのあつい

άλλο, επίθετο

  1. 01 παχύς, σαρκώδης (ειδικά για μυς, ξύλο, φύλλα κ.λπ.)
肉食魚 にくしょくぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκοφάγο ψάρι
肉食性 にくしょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 σαρκοφαγία, σαρκοφάγος
肉柱 にくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 προσαγωγός μυς (ενός δίθυρου μαλακίου)
肉桂 にっけい

ουσιαστικό

  1. 01 κανέλα
  2. 02 κανελόδεντρο (Cinnamomum sieboldii)
肉食女子 にくしょくじょし

ουσιαστικό

  1. 01 κρεατοφάγα γυναίκα, επιθετική γυναίκα, γυναίκα που παίρνει την πρωτοβουλία στις σχέσεις της με άνδρες
  2. 02 γυναίκα που της αρέσει να τρώει κρέας
肉的 にくてき

επίθετο

  1. 01 σωματικός, σαρκικός, υλικός