102 αποτελέσματα για «退»

退団 たいだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση (από ομάδα, σύνολο κ.λπ.)
退勤 たいきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από την εργασία, σχόλασμα
退役軍人 たいえきぐんじん

ουσιαστικό

  1. 01 απόστρατος, βετεράνος
退店 たいてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο επιχείρησης, οριστική παύση λειτουργίας καταστήματος
  2. 02 έξοδος από κατάστημα, αποχώρηση από κατάστημα
退職後 たいしょくご

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μετά τη συνταξιοδότηση, μετά την παραίτηση
退艦 たいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη πολεμικού πλοίου, αποχώρηση από πολεμικό πλοίο
  2. 02 αποστρατεία από ναυτική θέση, παραίτηση από τη θέση κυβερνήτη πολεμικού πλοίου
退職届 たいしょくとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφη παραίτηση, δήλωση παραίτησης
退治る たいじる

ρήμα

  1. 01 εξολοθρεύω, εξαλείφω, εκριζώνω, καταστέλλω
退歩 たいほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οπισθοδρόμηση, εκφυλισμός, επιδείνωση
退廷 たいてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από δικαστική αίθουσα
退校 たいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη σχολείου, διακοπή φοίτησης
  2. 02 αποβολή από το σχολείο
  3. 03 σχόλασμα (αποχώρηση από το σχολείο στο τέλος της ημέρας)
退潮 たいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμπωτη, φθίνουσα πορεία
退色 たいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεθώριασμα, ξεθωριασμένο χρώμα
退寮 たいりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από εστία
退職者 たいしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην υπάλληλος, συνταξιούχος, συνταξιοδοτημένος υπάλληλος
退嬰 たいえい

ουσιαστικό

  1. 01 συντηρητισμός, οπισθοδρόμηση, έλλειψη διάθεσης για ανάληψη κινδύνων
退隠 たいいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνταξιοδότηση (από επίσημο αξίωμα)
退転 たいてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νωθρότητα στην εκπαίδευση, οπισθοδρόμηση (πτώση σε κατώτερο επίπεδο θρησκευτικής πρακτικής)
  2. 02 αποχώρηση (από έναν χώρο λόγω οικονομικής καταστροφής ή απώλειας θέσης)
退館 たいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση (από βιβλιοθήκη, μουσείο κ.λπ.), έξοδος
退所 たいしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση (από ίδρυμα, κλινική, γραφείο, ερευνητικό κέντρο, κ.λπ.), παραίτηση