199 αποτελέσματα για «間»
間もない頃 まもないころ
άλλο
- 01 στην αρχική περίοδο (κάποιου πράγματος), στην αρχή
間借り まがり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενοικίαση δωματίου
間抜け面 まぬけづら
ουσιαστικό
- 01 ανόητη έκφραση, χαζό βλέμμα
間口 まぐち
ουσιαστικό
- 01 πρόσοψη, πλάτος (ενός κτιρίου, οικοπέδου κ.λπ.)
- 02 εύρος (π.χ. γνώσεων), πεδίο (π.χ. εργασίας), έκταση
間が抜ける まがぬける
άλλο, ρήμα
- 01 φαίνομαι ανόητος, παρουσιάζω κρίσιμη έλλειψη οξυδέρκειας
間を開ける まをあける
άλλο, ρήμα
- 01 αφήνω κενό, διατηρώ απόσταση
間に合わせ まにあわせ
ουσιαστικό
- 01 πρόχειρος
間食 かんしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενδιάμεσο γεύμα, σνακ
間道 かんどう
ουσιαστικό
- 01 παράδρομος, συντομότερος δρόμος
間引く まびく
ρήμα
- 01 αραιώνω (φυτά, σπορόφυτα, καλλιέργειες, κ.λπ.), ξεκαθαρίζω
- 02 περιορίζω (δρομολόγια), μειώνω, μειώνω τη συχνότητα
- 03 βρεφοκτονώ (λόγω οικονομικών δυσχερειών)
間近い まぢかい
επίθετο
- 01 πλησιάζων, επικείμενος
間引き まびき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αραίωμα, κλάδεμα, απομάκρυνση (ζώων ή φυτών), περιορισμός, υποδειγματοληψία (π.χ. σε καρέ βίντεο, σήματα)
- 02 παιδοκτονία
間髪を入れず かんぱつをいれず
άλλο, επίρρημα
- 01 αμέσως, στιγμιαία, χωρίς καμία παύση, δίχως στιγμή καθυστέρησης
間がない まがない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που...
間髪 かんぱつ
άλλο, επίρρημα
- 01 αμέσως, στιγμιαία, χωρίς την παραμικρή παύση, χωρίς ούτε στιγμή καθυστέρηση
間男 まおとこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μοιχεία, απιστία (στη συζυγική σχέση)
- 02 εραστής (παντρεμένης γυναίκας), παρανόμος δεσμός
間一髪のところ かんいっぱつのところ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 παρά τρίχα, οριακή απόδραση
間接照明 かんせつしょうめい
ουσιαστικό
- 01 έμμεσος φωτισμός
間欠泉 かんけつせん
ουσιαστικό
- 01 θερμοπίδακας
間仕切り まじきり
ουσιαστικό
- 01 χώρισμα μεταξύ δύο δωματίων, διαχωριστικό δωματίου, διαχωριστικός τοίχος