368 αποτελέσματα για «入»

入所 にゅうしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισαγωγή (σε ίδρυμα, παιδικό σταθμό, εγκατάσταση κ.λπ.), είσοδος
  2. 02 φυλάκιση, εγκλεισμός, περιορισμός
入電 にゅうでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισερχόμενη τηλεφωνική κλήση
  2. 02 λήψη τηλεγραφήματος
入場券 にゅうじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο εισόδου
  2. 02 εισιτήριο αποβάθρας, εισιτήριο που επιτρέπει σε μη επιβάτη την πρόσβαση στην αποβάθρα σιδηροδρομικού σταθμού
入館 にゅうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 είσοδος (σε βιβλιοθήκη, μουσείο κ.λπ.), εισέρχομαι
入植 にゅうしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάσταση, αποικισμός, μετανάστευση
  2. 02 είσοδος σε ιαπωνική εγκατάσταση
入寮 にゅうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετακόμιση σε κοιτώνα
入園 にゅうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγγραφή σε νηπιαγωγείο, εγγραφή σε παιδικό σταθμό
  2. 02 είσοδος σε πάρκο, κήπο, ζωολογικό κήπο κ.λπ.
入選 にゅうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιλογή (για βραβείο, έκθεση, κ.λπ.), αποδοχή, διάκριση
入場者 にゅうじょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επισκέπτες, προσέλευση
入水 じゅすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοκτονία με πνιγμό, αυτοπνιγμός
  2. 02 είσοδος στο νερό, πρόσκρουση στο νερό
入稿 にゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή (χειρογράφου, έργου τέχνης κ.λπ.) στο τυπογραφείο
  2. 02 παραλαβή χειρογράφου (από τον συγγραφέα)
入学金 にゅうがくきん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα εγγραφής σε σχολή ή πανεπιστήμιο
入り直す はいりなおす

ρήμα

  1. 01 εισέρχομαι εκ νέου, επανεγγράφομαι, επανεντάσσομαι
入れ違う いれちがう

ρήμα

  1. 01 διασταυρώνομαι, συναντώ κάποιον και προσπερνώ χωρίς να ιδωθούμε
入門書 にゅうもんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγικό βιβλίο, οδηγός για αρχάριους
入れ歯 いれば

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό δόντι, οδοντοστοιχία
入れ忘れる いれわすれる

ρήμα

  1. 01 ξεχνώ να βάλω μέσα, παραλείπω κατά την εισαγωγή
入手困難 にゅうしゅこんなん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 δύσκολος στην απόκτηση, δυσκολοεύρετος
入国審査 にゅうこくしんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος διαβατηρίων, έλεγχος μετανάστευσης
入り婿 いりむこ

ουσιαστικό

  1. 01 άνδρας που υιοθετείται από την οικογένεια της συζύγου του και παίρνει το επώνυμό της