147 αποτελέσματα για «寝»

寝正月 ねしょうがつ

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή στο σπίτι κατά τη διάρκεια των εορτών της Πρωτοχρονιάς
寝冷え ねびえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αδιαθεσία (π.χ. κρυολόγημα) που προκαλείται από το κρύωμα κατά τη διάρκεια του ύπνου
寝藁 ねわら

ουσιαστικό

  1. 01 άχυρα για κλινοστρωμνή (σε στάβλο)
寝れる ねれる

ρήμα

  1. 01 μπορώ να κοιμηθώ
寝覚めの悪い ねざめのわるい

επίθετο

  1. 01 αυτός που έχει τύψεις, αυτός που νιώθει ενοχές
寝た子を起こす ねたこをおこす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανακατεύω τη φωλιά με τις σφήκες, ξυπνάω τον λύκο που κοιμάται, δημιουργώ περιττά προβλήματα ξυπνώντας ένα ήδη τακτοποιημένο ζήτημα
寝つきがいい ねつきがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κοιμάμαι εύκολα, δυσκολεύομαι να αποκοιμηθώ
寝だめ ねだめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπλήρωση ύπνου, αποταμίευση ύπνου, εξασφάλιση επιπλέον ύπνου όσο υπάρχει η ευκαιρία
寝言は寝てから言え ねごとはねてからいえ

άλλο

  1. 01 μη λες ανοησίες, να παραμιλάς αφού κοιμηθείς
寝耳 ねみみ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που ακούγεται κατά τη διάρκεια του ύπνου
寝部屋 ねべや

ουσιαστικό

  1. 01 κρεβατοκάμαρα, υπνοδωμάτιο
寝覚める ねざめる

ρήμα

  1. 01 ξυπνάω
寝ぼけ声 ねぼけごえ

ουσιαστικό

  1. 01 υπνηλή φωνή, φωνή που ακούγεται όταν κάποιος μόλις έχει ξυπνήσει
寝息をうかがう ねいきをうかがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ελέγχω αν κάποιος κοιμάται, ακούω την αναπνοή ενός ατόμου που κοιμάται
  2. 02 διαπράττω παράπτωμα ενώ κάποιος κοιμάται
寝に就く しんにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 πηγαίνω για ύπνο
寝違え ねちがえ

ουσιαστικό

  1. 01 πιάσιμο στον αυχένα, αυχενικό σύνδρομο από λανθασμένη στάση ύπνου
寝道具 ねどうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 κλινοσκεπάσματα
寝たきり老人 ねたきりろうじん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάκοιτος ηλικιωμένος
寝つきのいい ねつきのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αυτός που αποκοιμιέται εύκολα, που βρίσκει ευκολία στον ύπνο
寝湯 ねゆ

ουσιαστικό

  1. 01 ξαπλωτό λουτρό (σε δημόσιο λουτρό ή ιαματική πηγή)