628 αποτελέσματα για «手»

手札 しゅさつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειρόγραφη επιστολή, αλληλογραφία
  2. 02 επαγγελματική κάρτα, πινακίδα ονόματος
手軽 てがる N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εύκολος, απλός, άτυπος, πρόχειρος, φθηνός
手の内 てのうち

ουσιαστικό

  1. 01 παλάμη
  2. 02 ικανότητα, δεξιοτεχνία
  3. 03 λαβή, έλεγχος, κατοχή
  4. 04 κρυφές προθέσεις, χαρτιά (μεταφορικά), σχέδιο
  5. 05 το χέρι κάποιου
手製 てせい

ουσιαστικό

  1. 01 χειροποίητος, σπιτικός
手ぶら てぶら

ουσιαστικό

  1. 01 άδειος από χέρια, έλλειψη τρόπων λόγω επίσκεψης χωρίς δώρο
手に取るように てにとるように

άλλο, επίρρημα

  1. 01 καθαρά (καταλαβαίνω, βλέπω, ακούω κ.λπ.), ολοκάθαρα, τέλεια, σαν να το έχει κανείς μπροστά στα μάτια του
手土産 てみやげ

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο επίσκεψης (που φέρνει κάποιος όταν πηγαίνει σε ένα σπίτι), φιλοδώρημα
手はず てはず

ουσιαστικό

  1. 01 διακανονισμοί, σχέδιο, πρόγραμμα, προετοιμασίες
手に負えない てにおえない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανυπόφορος, αδύνατον να διαχειριστεί κανείς, μη διαχειρίσιμος, ανεξέλεγκτος, αδιόρθωτος, απείθαρχος
手立て てだて

ουσιαστικό

  1. 01 μέσο, μέθοδος
手合わせ てあわせ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παιχνίδι, αγώνας, αναμέτρηση
手こずる てこずる

ρήμα

  1. 01 δυσκολεύομαι πολύ, ζορίζομαι, δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ μια κατάσταση
手本 てほん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο, (καλό) παράδειγμα, υπόδειγμα
  2. 02 πρότυπο γραφής, πρότυπο σχεδίου, τετράδιο αντιγραφής
手に渡る てにわたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 περιέρχομαι στα χέρια κάποιου, περνάω στην κατοχή άλλου
手当たり次第 てあたりしだい

επίρρημα, άλλο

  1. 01 χρησιμοποιώντας ό,τι βρει κανείς μπροστά του, αλόγιστα, στην τύχη, τυχαία, αδιακρίτως
手刀 てがたな

ουσιαστικό

  1. 01 χέρι που χρησιμοποιείται σαν σπαθί κατά το χτύπημα
手荒 てあら

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βίαιος, τραχύς
手を染める てをそめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναμιγνύομαι, καταπιάνομαι, παίρνω μέρος
手一杯 ていっぱい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 έχω γεμάτα τα χέρια μου, δεν έχω περιθώριο να κάνω περισσότερα, είμαι στα όριά μου
手を下す てをくだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω κάτι αυτοπροσώπως, εκτελώ ο ίδιος
  2. 02 ξεκινώ εργασία, αρχίζω να εργάζομαι