353 αποτελέσματα για «連»

連作 れんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ετήσια καλλιέργεια του ίδιου είδους σε έναν αγρό, συνεχόμενη καλλιέργεια, μονοκαλλιέργεια
  2. 02 συλλογικό λογοτεχνικό έργο, ιστορία γραμμένη από πολλούς συγγραφείς που εργάζονται πάνω σε αυτήν εναλλάξ
  3. 03 σειρά (μυθιστορημάτων), κύκλος (ποιημάτων, τραγουδιών), ακολουθία
連帯保証人 れんたいほしょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλέγγυος εγγυητής, συνυπόχρεος εγγυητής, συναποδέκτης, συνυπογράφων
連む つるむ

ρήμα

  1. 01 συνοδεύω, κάνω παρέα, ενεργώ από κοινού
連続殺人鬼 れんぞくさつじんき

ουσιαστικό

  1. 01 κατά συρροή δολοφόνος
連弾 れんだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τετράχειρο (στο πιάνο)
連歌 れんが

ουσιαστικό

  1. 01 ρένγκα (πρώιμη ιαπωνική ποιητική μορφή), αλυσιδωτοί στίχοι, ποιητικός διάλογος
連休明け れんきゅうあけ

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος των συνεχόμενων αργιών
連立 れんりつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνασπισμός, συμμαχία, ένωση
  2. 02 παράταξη πλάι-πλάι
連合会 れんごうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ένωση, ομοσπονδία
連理 れんり

ουσιαστικό

  1. 01 δέντρα με πλεγμένα κλαδιά
  2. 02 στενή ερωτική σχέση μεταξύ άνδρα και γυναίκας
連泊 れんぱく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμονή για δύο ή περισσότερες συνεχόμενες νύχτες (π.χ. σε ξενοδοχείο)
連環 れんかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνδεσμοι, αλυσίδα, δεσμά, σύνδεση
連写 れんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεχής λήψη (φωτογραφία), διαδοχική λήψη, ταχεία λήψη
連戦連敗 れんせんれんぱい

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχικές ήττες, συνεχόμενες αποτυχίες
連接 れんせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύνδεση
  2. 02 σύνδεσμος (σε ιστοσελίδα)
連続ドラマ れんぞくドラマ

ουσιαστικό

  1. 01 δραματική σειρά
連署 れんしょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνυπογραφή
連星 れんせい

ουσιαστικό

  1. 01 διπλός αστέρας
連合体 れんごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ομοσπονδία
連絡会 れんらくかい

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα συνδέσμων, επιτροπή διασύνδεσης, συμβούλιο επικοινωνίας