100 αποτελέσματα για «顔»

顔変わり かおがわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή στην εμφάνιση του προσώπου, αλλαγή προσώπου
顔ファン かおファン

ουσιαστικό

  1. 01 θαυμαστής που προτιμά κάποιον λόγω της εξωτερικής του εμφάνισης, θαυμαστής που εστιάζει αποκλειστικά στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη
顔出し看板 かおだしかんばん

ουσιαστικό

  1. 01 πάνελ για φωτογραφίες με τρύπα για το πρόσωπο, διαφημιστικό πάνελ με άνοιγμα για το πρόσωπο, κατασκευή με υποδοχή για το πρόσωπο
顔ハメ看板 かおハメかんばん

ουσιαστικό

  1. 01 πάνελ με υποδοχή για το πρόσωπο (διαφημιστική πινακίδα με άνοιγμα για φωτογραφίες)
顔ハメ かおハメ

ουσιαστικό

  1. 01 πάνελ για φωτογραφίες με τρύπα για το πρόσωπο, ταμπλό για φωτογράφιση με υποδοχή προσώπου, διακοσμητικό πλαίσιο για φωτογραφίες με άνοιγμα για το πρόσωπο
顔に出る かおにでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προδίδω στο πρόσωπό μου (συναίσθημα, αίσθημα κ.λπ.)
顔本 かおぼん

ουσιαστικό

  1. 01 Facebook
顔面神経麻痺 がんめんしんけいまひ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπική παράλυση, παράλυση προσωπικού νεύρου
顔を利かせる かおをきかせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασκώ επιρροή
顔パンツ かおパンツ

ουσιαστικό

  1. 01 χειρουργική μάσκα προσώπου, παντελόνι προσώπου
顔彩 がんさい

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένα ορθογώνια κομμάτια νερομπογιάς (χρησιμοποιούνται στη ζωγραφική ιαπωνικού ρυθμού)
顔をほころばせる かおをほころばせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χαμογελώ, σκάνω ένα χαμόγελο, πλαταίνω το χαμόγελό μου
顔面偏差値 がんめんへんさち

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή απόκλισης προσώπου (υψηλή τιμή σημαίνει όμορφος κ.λπ.)
顔を合わす かおをあわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 συναντώ, έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον
  2. 02 συνεργάζομαι ως συμπρωταγωνιστής, εμφανίζομαι μαζί
  3. 03 αναμετριέμαι, έρχομαι αντιμέτωπος με κάποιον
顔面痛 がんめんつう

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπαλγία, πόνος στο πρόσωπο
顔面神経痛 がんめんしんけいつう

ουσιαστικό

  1. 01 νευραλγία προσωπικού νεύρου, τριδυμαλγία, τριδυμική νευραλγία
顔が揃う かおがそろう

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι όλοι παρόντες, έχω πλήρη απαρτία
がお

επίθημα

  1. 01 που μοιάζει με..., που έχει τα χαρακτηριστικά ή τις ιδιότητες του..., με όψη..., με έκφραση σαν..., με ύφος...
顔色を伺う かおいろをうかがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσπαθώ να καταλάβω τα συναισθήματα κάποιου (από την έκφραση του προσώπου του)
  1. 01 πρόσωπο
  2. 02 έκφραση