199 αποτελέσματα για «打»
打ち伏す うちふす
ρήμα
- 01 καλύπτω τον εαυτό μου, κρύβω την παρουσία μου
- 02 ξαπλώνω, πέφτω κάτω
打ち上げパーティー うちあげパーティー
ουσιαστικό
- 01 πάρτι για τον εορτασμό της επιτυχούς ολοκλήρωσης ενός έργου (σειρά παραστάσεων κ.λπ.), πάρτι λήξης
打ち出の小槌 うちでのこづち
ουσιαστικό
- 01 μαγικό σφυρί, τυχερό σφυρί, σφυρί των παραμυθιών που πραγματοποιεί κάθε επιθυμία με ένα κούνημα
打ち粉 うちこ
ουσιαστικό
- 01 αλεύρι (για το αλεύρωμα της επιφάνειας εργασίας ή της ζύμης)
- 02 πούδρα (για γυάλισμα, πασπάλισμα, κ.λπ.)
打ち当てる うちあてる
ρήμα
- 01 χτυπώ πάνω σε κάτι
打ち放す ぶちはなす
ρήμα
- 01 εκτοξεύω, ρίχνω (πυροβόλο όπλο, βέλος κ.ά.)
打撃戦 だげきせん
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι με πολλά χτυπήματα, αγώνας με υψηλό σκορ
打ち出し うちだし
ουσιαστικό
- 01 ανάγλυφη αποτύπωση σχεδίου, σφυρηλάτηση
- 02 τύμπανο που σηματοδοτεί τη λήξη μιας παράστασης
- 03 σερβίς (π.χ. στο τένις), χτύπημα (στο γκολφ)
- 04 εκτύπωση, εκτυπωμένο αντίγραφο
打ち下ろし うちおろし
ουσιαστικό
- 01 κατηφορική (τρύπα)
打たれ強い うたれづよい
επίθετο
- 01 ανθεκτικός στα χτυπήματα (πυγμαχία κ.λπ.), ικανός να δέχεται χτυπήματα
- 02 ψύχραιμος μετά από χτύπημα του παίκτη (για πίτσερ στο μπέιζμπολ)
- 03 ανθεκτικός, ψυχικά δυνατός απέναντι στην κριτική ή τις αντιξοότητες
打刻 だこく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χάραξη, εγχάραξη
- 02 καταγραφή χρόνου (σε κάρτα εισόδου), χτύπημα κάρτας, ώρα προσέλευσης (αποχώρησης)
打ち掛かる うちかかる
ρήμα
- 01 επιτίθεμαι, ορμώ κατά κάποιου
打ち物 うちもの
ουσιαστικό
- 01 σφυρήλατος οπλισμός (π.χ. σπαθιά, δόρατα κ.λπ.), σφυρήλατο μεταλλικό εργαλείο
- 02 καλουπωτό ξερό γλύκισμα
- 03 κρουστό όργανο
打力 だりょく
ουσιαστικό
- 01 δύναμη στο χτύπημα
打製石器 だせいせっき
ουσιαστικό
- 01 εργαλείο από κατεργασμένη πέτρα, εργαλείο από λαξευμένη πέτρα
打ち傷 うちきず
ουσιαστικό
- 01 μελανιά, μώλωπας
打っ ぶっ
πρόθημα
- 01 προσδίδει έμφαση στο ακόλουθο ρήμα ή δηλώνει ότι η ενέργεια εκτελείται με δύναμη ή βίαια
打撃練習 だげきれんしゅう
ουσιαστικό
- 01 προπόνηση χτυπήματος (στο μπέιζμπολ)
打ち萎れる うちしおれる
ρήμα
- 01 μαραίνομαι, καταβάλλεσαι από τη θλίψη
打ち連れる うちつれる
ρήμα
- 01 συνοδεύω, πηγαίνω μαζί