390 αποτελέσματα για «目»

目を留める めをとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσέχω, δίνω σημασία
目のやり場 めのやりば

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σημείο για να εστιάσει κανείς το βλέμμα του (ιδίως όταν αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα)
目の敵にする めのかたきにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 βλέπω κάποιον σαν κόκκινο πανί, έχω κακία, μεταχειρίζομαι κάποιον σαν εχθρό, τρέφω διαρκή εχθρότητα, στοχοποιώ, έχω βάλει κάποιον στο μάτι
目の前が真っ暗になる めのまえがまっくらになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω την ελπίδα μου
  2. 02 βυθίζομαι στο σκοτάδι
目撃証言 もくげきしょうげん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόπτης μαρτυρία
目算 もくさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόχειρη εκτίμηση, πρόχειρος υπολογισμός
  2. 02 προσδοκία, πρόβλεψη, σχέδιο
目に触れる めにふれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πέφτω στην αντίληψη κάποιου, προσελκύω την προσοχή
目利き めきき

ουσιαστικό

  1. 01 κριτική ικανότητα, διάκριση, ειδήμονας
目移り めうつり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έλλειψη προσήλωσης, απόσπαση προσοχής, δυσκολία στην επιλογή, αδυναμία λήψης απόφασης
目を配る めをくばる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρακολουθώ, έχω το νου μου, επιβλέπω
目に入ってくる めにはいってくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υποπίπτω στην αντίληψη, γίνομαι ορατός
目測 もくそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οπτική εκτίμηση, εκτιμώ με το μάτι
目黒 めぐろ

ουσιαστικό

  1. 01 Μεγκούρο (ειδικό διαμέρισμα του Τόκιο)
  2. 02 μπονίν ουάιτ-άι (είδος πουλιού, Apalopteron familiare)
目の色を変える めのいろをかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναστατώνομαι, παραληρώ, γουρλώνω τα μάτια από ενθουσιασμό, αποκτώ άλλο βλέμμα
目礼 もくれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόκλιση με τα μάτια, χαιρετισμός με το βλέμμα
目に余る めにあまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι ανυπόφορος, είμαι απαράδεκτος
  2. 02 είμαι πάρα πολλοί για να τους δει κανείς όλους μαζί
目の高い めのたかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω εξασκημένο μάτι, έχω κριτική ικανότητα
目処 めど

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος, σκοπός
  2. 02 προοπτική, προοπτική εξέλιξης
目が悪い めがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 έχω κακή όραση
目が点になる めがてんになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μένω άναυδος, εκπλήσσομαι, τα μάτια μου γίνονται τελείες (όπως στα κινούμενα σχέδια)