539 αποτελέσματα για «出»

出席を取る しゅっせきをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω παρουσίες, καταγράφω τους παρόντες
出席率 しゅっせきりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό παρουσίας
出会い系 であいけい

ουσιαστικό

  1. 01 ιστοσελίδα γνωριμιών
出刃包丁 でばぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πλατύκαμο μαχαίρι κουζίνας (για το καθάρισμα ψαριών), μαχαίρι ντέμπα
出廷 しゅってい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμφάνιση στο δικαστήριο
出版業 しゅっぱんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτικός κλάδος
出世欲 しゅっせよく

ουσιαστικό

  1. 01 επιθυμία για κοινωνική καταξίωση, φιλοδοξία για επαγγελματική ανέλιξη
出しゃばり でしゃばり

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 παρεμβατικός, πρόσωπο που ανακατεύεται εκεί που δεν το σπέρνουν
出すぎる ですぎる

ρήμα

  1. 01 προεξέχω υπερβολικά, εξέχω πάρα πολύ, είμαι πολύ δυνατό (π.χ. για το τσάι)
  2. 02 γίνομαι πολύ προκλητικός, είμαι υπερβολικά διεκδικητικός, είμαι πιεστικός, παρεμβαίνω αδιάκριτα
出府 しゅっぷ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην πρωτεύουσα (ιδίως για σαμουράι ή νταϊμιό κατά την περίοδο Έντο)
出世街道 しゅっせかいどう

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος προς την επαγγελματική ανέλιξη
出物 でもの

ουσιαστικό

  1. 01 εξάνθημα, καλόγερος, δερματικό εξόγκωμα
  2. 02 μεταχειρισμένο αντικείμενο, ευκαιρία, φθηνή αγορά
  3. 03 πορδή
出願 しゅつがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίτηση, υποβολή αίτησης
出入りの商人 でいりのしょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικός προμηθευτής, μόνιμος έμπορος
出る杭は打たれる でるくいはうたれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 το καρφί που προεξέχει δέχεται χτύπημα, όποιος ξεχωρίζει υπερβολικά τιμωρείται
  2. 02 τα ψηλά δέντρα τα πιάνει πολύς άνεμος, οι άνθρωποι που διαπρέπουν σε κάτι γίνονται αντιπαθείς
出品者 しゅっぴんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πωλητής, έμπορος, εκθέτης
出しすぎる だしすぎる

ρήμα

  1. 01 υπερβάλλω σε κάτι (ταχύτητα, προσπάθεια, κ.λπ.)
出発時間 しゅっぱつじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα αναχώρησης, ώρα εκκίνησης
出演料 しゅつえんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή εμφάνισης (για ηθοποιό, τραγουδιστή, κ.λπ.), αποζημίωση συμμετοχής
出る幕ではない でるまくではない

άλλο

  1. 01 δεν είναι δουλειά κάποιου, δεν είναι αρμοδιότητά κάποιου να πει (ή να κάνει) κάτι