36 αποτελέσματα για «依»

依る よる

ρήμα

  1. 01 οφείλομαι σε, προκαλούμαι από
  2. 02 εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε
  3. 03 εδράζομαι σε, προέρχομαι από
  4. 04 εδρεύω σε (μια τοποθεσία, έναν οργανισμό)
依頼 いらい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίτημα, ανάθεση (μιας υπόθεσης), παράκληση
  2. 02 εξάρτηση, στήριξη, εμπιστοσύνη
依存 いぞん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάρτηση, εμπιστοσύνη, στήριξη
依然として いぜんとして

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ακόμα, μέχρι τώρα, όπως παλιά
依然 いぜん N3

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ακόμα, όπως και πριν, πάντοτε
依頼人 いらいにん

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης, εντολέας
依頼主 いらいぬし

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης
  2. 02 αποστολέας
依頼者 いらいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης, εντολέας
依頼書 いらいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο αίτημα, αίτηση για
依頼料 いらいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβή για παροχή υπηρεσίας, προκαταβολή δικηγόρου
依代 よりしろ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικείμενο που αντιπροσωπεύει ένα θείο πνεύμα, αντικείμενο στο οποίο έλκεται ή καλείται ένα πνεύμα, αντικείμενο ή ζώο που καταλαμβάνεται από ένα κάμι
依存症 いぞんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εξάρτηση (από αλκοόλ, ναρκωτικά κ.λπ.)
依存性 いぞんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξάρτηση
依存度 いぞんど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός εξάρτησης, ποσοστό εξάρτησης, βασιμότητα
依怙贔屓 えこひいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ευνοιοκρατία, μεροληψία, προκατάληψη
依拠 いきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάρτηση
依願退職 いがんたいしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραίτηση κατόπιν δικού μου αιτήματος
依頼状 いらいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο αίτημα
依託 いたく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάθεση, εμπιστοσύνη
  2. 02 στήριξη, ακούμπημα
依存関係 いぞんかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 εξάρτηση (σχέση), αλληλεξάρτηση (σχέση)