73 αποτελέσματα για «側»
側 がわ
ουσιαστικό, επίθημα
- 01 πλευρά, μεριά, μέρος (π.χ. ενός αντικειμένου, ή το μέρος κάποιου)
- 02 κάσα, θήκη (ρολογιού)
側から そばから
άλλο
- 01 μόλις, αμέσως μόλις, ευθύς μετά
側面 そくめん N1
ουσιαστικό
- 01 πλευρά, πλαϊνό, προφίλ, πλάγια όψη, πλευρικό μέρος, δευτερεύουσα πτυχή
- 02 πτυχή, διάσταση
側近 そっきん
ουσιαστικό
- 01 στενός συνεργάτης (ισχυρού προσώπου), έμπιστος σύμβουλος, ακολουθία, συνοδός, αυλικός
側 そば
ουσιαστικό
- 01 κοντά, σε κοντινή απόσταση, ακριβώς δίπλα, η πλευρά (κάποιου πράγματος), παραπλεύρως, γειτονιά, εγγύτητα
- 02 μόλις, αμέσως μετά
側室 そくしつ
ουσιαστικό
- 01 παλλακίδα (ευγενούς)
側頭部 そくとうぶ
ουσιαστικό
- 01 κροταφική περιοχή
側仕え そばづかえ
ουσιαστικό
- 01 προσωπικός ακόλουθος, υπηρέτης, οικιακή βοηθός
側溝 そっこう
ουσιαστικό
- 01 αυλάκι, χαντάκι
側転 そくてん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τροχοδρομή, περιστροφή σώματος με τα χέρια στο έδαφος
側壁 そくへき
ουσιαστικό
- 01 πλευρικό τοίχωμα
側の者 がわのもの
ουσιαστικό
- 01 οι άνθρωποι γύρω από κάποιον, οι όμοιοί του
側女 そばめ
ουσιαστικό
- 01 παλλακίδα, ερωμένη
- 02 κοντινή υπηρέτρια
側近く そばちかく
ουσιαστικό
- 01 σε κοντινή απόσταση
側方 そくほう
ουσιαστικό
- 01 πλευρά, πλευρική κατεύθυνση
側道 そくどう
ουσιαστικό
- 01 παράπλευρος οδός, βοηθητικός δρόμος
側道 そばみち
ουσιαστικό
- 01 παράδρομος, συντομότερος δρόμος
側役 そばやく
ουσιαστικό
- 01 προσωπικός ακόλουθος
側頭葉 そくとうよう
ουσιαστικό
- 01 κροταφικός λοβός
側部 そくぶ
ουσιαστικό
- 01 πλευρά