37 αποτελέσματα για «具»

具合 ぐあい N4

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση
  2. 02 υγεία, κατάσταση (της υγείας)
  3. 03 τρόπος
  4. 04 περίσταση, τύχη
  5. 05 αξιοπρέπεια, ευπρέπεια, ορθότητα
具体的 ぐたいてき

επίθετο

  1. 01 συγκεκριμένος, σαφής, ειδικός, απτός, υλικός, ουσιαστικός

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 εργαλείο, μέσο
  2. 02 υλικά (που προστίθενται σε σούπα, ρύζι κ.λπ.)
  3. 03 μετρητική λέξη για σετ πανοπλιών, σκεύη, έπιπλα κ.λπ.
具合が悪い ぐあいがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αδιαθετώ, σε κακή κατάσταση, δεν αισθάνομαι καλά
  2. 02 δεν λειτουργεί σωστά, χαλασμένος
  3. 03 άβολος, ενοχλητικός
  4. 04 άβολος, δυσάρεστος
  5. 05 άσεμνος, ανάρμοστος
具現化 ぐげんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενσάρκωση, υλοποίηση, πραγμάτωση
具材 ぐざい

ουσιαστικό

  1. 01 υλικό, συστατικό
具現 ぐげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενσάρκωση, ενσώμάτωση, υλοποίηση, πραγμάτωση
具足 ぐそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πληρότητα, η κατάσταση του να είναι κανείς πλήρως εξοπλισμένος
  2. 02 πανοπλία
具体化 ぐたいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενσάρκωση, υλοποίηση, πραγματικότητα, πραγμάτωση, λήψη μορφής, διαμόρφωση
具体性 ぐたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεκριμένη φύση, εφικτότητα
具象 ぐしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκεκριμενοποίηση, ενσάρκωση, συγκεκριμένη έκφραση
具申 ぐしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβολή πλήρους αναφοράς σε ανώτερο
具体例 ぐたいれい

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεκριμένο παράδειγμα
具体案 ぐたいあん

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεκριμένη πρόταση
具体 ぐたい N3

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεκριμενότητα, ενσωμάτωση
具だくさん ぐだくさん

ουσιαστικό

  1. 01 γεμάτος υλικά, χορταστικός, πλούσιος
具体策 ぐたいさく

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεκριμένο σχέδιο
具象的 ぐしょうてき

επίθετο

  1. 01 συγκεκριμένος, υλικός, αναπαραστατικός, εικονικός
具する ぐする

ρήμα

  1. 01 συνοδεύω, ακολουθώ
  2. 02 συγκεντρώνω (τα απαραίτητα αντικείμενα), προετοιμάζω
具備 ぐび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατέχω (τα απαραίτητα), έχω, εκπληρώνω (προϋποθέσεις), ικανοποιώ (απαιτήσεις), διαθέτω (χαρακτηριστικά ή προσόντα)