35 αποτελέσματα για «兼»

兼ねる かねる N2

επίθημα, ρήμα

  1. 01 αδυνατώ, δυσκολεύομαι (να το κάνω, το βρίσκω δυσάρεστο, άβολο, επίπονο)
  2. 02 εξυπηρετώ δύο ή περισσότερες λειτουργίες ή ρόλους ταυτόχρονα, περιέχω (ή συνδυάζω) δύο ή περισσότερα χαρακτηριστικά
  3. 03 εργάζομαι σε δύο ή περισσότερες θέσεις ταυτόχρονα, κάνω παράλληλα
  4. 04 διστάζω να κάνω κάτι (από σεβασμό ή σκέψη για τους άλλους)
  5. 05 σκέφτομαι το μέλλον (καθώς και το παρόν)
けん

σύνδεσμος

  1. 01 και (ταυτόχρονα, π.χ. σοφέρ και γραμματέας), επιπλέον, συγχρόνως, παράλληλα, που λειτουργεί και ως (π.χ. υπνοδωμάτιο-γραφείο)
兼ね備える かねそなえる

ρήμα

  1. 01 συνδυάζω, κατέχω ταυτόχρονα, διαθέτω και τα δύο
兼任 けんにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασκώ παράλληλα καθήκοντα, κατέχω πρόσθετη θέση
兼ね合い かねあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ισορροπία, καλή αναλογία, ζύγισμα
兼用 けんよう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πολλαπλή χρήση, συνδυαστική χρήση, συνδυασμός, εξυπηρέτηση δύο σκοπών
兼業 けんぎょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασκώ ως δευτερεύουσα απασχόληση, κάνω παράλληλα με την κύρια εργασία μου, διευθύνω ταυτόχρονα επιχειρήσεις
  2. 02 δευτερεύουσα απασχόληση, παράλληλη εργασία
兼務 けんむ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατέχω ταυτόχρονα, υπηρετώ παράλληλα, αναλαμβάνω επιπρόσθετα καθήκοντα
  2. 02 παράλληλο αξίωμα, πρόσθετη θέση
兼備 けんび

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνδυάζω δύο ιδιότητες ή ικανότητες, διαθέτω και τα δύο
兼職 けんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατέχω και άλλη θέση, υπηρετώ παράλληλα
  2. 02 παράλληλη θέση
兼帯 けんたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνδυασμένη χρήση, συνδυασμός, διπλής χρήσης, εξυπηρέτηση δύο σκοπών
  2. 02 κατοχή δύο θέσεων
兼学 けんがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταυτόχρονη μελέτη των διδασκαλιών δύο ή περισσότερων διαφορετικών σχολών ή αιρέσεων
兼業農家 けんぎょうのうか

ουσιαστικό

  1. 01 ημιαπασχολούμενος αγρότης
兼業主婦 けんぎょうしゅふ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενη μητέρα
兼行 けんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εργάζομαι διπλά σκληρά, εργάζομαι νυχθημερόν
  2. 02 εκτελώ ταυτόχρονα
兼す けんす

ρήμα

  1. 01 συνδυάζω με, υπηρετώ ταυτόχρονα ως, κατέχω πρόσθετο αξίωμα, χρησιμοποιώ μαζί με
兼併 けんぺい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένωση, ενοποίηση
兼修 けんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταυτόχρονη σπουδή δύο διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων (για παράδειγμα, ως κύριο και δευτερεύον μάθημα)
兼営 けんえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεξάγω παράλληλα, λειτουργώ ταυτόχρονα
兼有 けんゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατέχω και τα δύο ταυτόχρονα, έχω και τα δύο, διαθέτω και τα δύο