154 αποτελέσματα για «別»

別に べつに N3

επίρρημα

  1. 01 ιδιαίτερα, ειδικά
  2. 02 χωριστά, ξεχωριστά, επιπλέον
べつ N4

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 διάκριση, διαφορά
  2. 02 ξεχωριστός, διαφορετικός, άλλος, επιπλέον
  3. 03 εξαίρεση, αποκλεισμός
  4. 04 κατά, σύμφωνα με
わけ

ουσιαστικό

  1. 01 βάκε (κληρονομικός τίτλος για απογόνους του αυτοκράτορα σε απομακρυσμένες περιοχές)
別れる わかれる N4

ρήμα

  1. 01 χωρίζω (συνήθως για ανθρώπους), αποχωρίζομαι, είμαι χώρια από
  2. 02 χωρίζω (για ζευγάρι), παίρνω διαζύγιο
  3. 03 χάνω (π.χ. τη μητέρα μου), πενθώ
別れ わかれ N3

ουσιαστικό

  1. 01 αποχωρισμός (ανθρώπων), χωρισμός, αποχαιρετισμός
  2. 02 διάλυση
別人 べつじん

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετικό άτομο, άλλο πρόσωπο, κάποιος άλλος, αλλαγμένος άνθρωπος
別々 べつべつ N2

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ξεχωριστός, διαφορετικός, αντίστοιχος
別荘 べっそう N2

ουσιαστικό

  1. 01 εξοχικό σπίτι, εξοχικό, βίλα
  2. 02 φυλακή
別れを告げる わかれをつげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποχαιρετώ, λέω αντίο
別物 べつもの

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι διαφορετικό, εξαίρεση, ειδική περίπτωση
別段 べつだん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ιδιαίτερος, ειδικός
  2. 02 ιδιαιτέρως, ιδιαίτερα (συνήθως σε αρνητικές προτάσεις)
別行動 べつこうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεχωριστή δράση, αυθόρμητη κίνηση εκτός ομάδας
別にいいけど べつにいいけど

άλλο

  1. 01 δεν με νοιάζει, εντάξει, όπως θες, βεβαίως, κάν' το
別室 べっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχωριστό δωμάτιο, άλλο δωμάτιο
  2. 02 ειδικό δωμάτιο
  3. 03 παλλακίδα (ευγενούς)
別として べつとして

άλλο

  1. 01 εκτός από, πέρα από, ανεξάρτητα από
別世界 べっせかい

ουσιαστικό

  1. 01 άλλος κόσμος
別れ際 わかれぎわ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 την ώρα του αποχαιρετισμού, κατά τον αποχωρισμό
別名 べつめい

ουσιαστικό

  1. 01 άλλο όνομα, διαφορετικό όνομα, συνώνυμο
  2. 02 ψευδώνυμο, φιλολογικό ψευδώνυμο
別件 べっけん

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχωριστή υπόθεση, διαφορετικό ζήτημα, άλλο θέμα, άλλο σχέδιο
別格 べっかく

ουσιαστικό

  1. 01 ξεχωριστός, εξαιρετικός