11 αποτελέσματα για «勃»

勃起 ぼっき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στύση (του πέους), ορθοστάτωση, σκλήρυνση
  2. 02 ανάβλυση (ενός συναισθήματος), συναισθηματική έξαρση
勃発 ぼっぱつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξέσπασμα (π.χ. πολέμου), εκδήλωση, αιφνίδιο συμβάν
勃つ たつ

ρήμα

  1. 01 στυλώνομαι, έχω στύση
勃興 ぼっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απότομη άνοδος στην εξουσία, ξαφνική άνθηση της ευημερίας
勃然 ぼつぜん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 ξαφνικά, απότομα
  2. 02 εξοργισμένα (ξεσπάσματα θυμού), μέσα σε μια έκρηξη θυμού
ぼつ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 Βουλγαρία
  2. 02 ζωηρός, ανοδικός, ενεργητικός
  3. 03 ξαφνικός, απότομος
勃起不全 ぼっきふぜん

ουσιαστικό

  1. 01 στυτική δυσλειτουργία, στυτική δυσλειτουργία
勃々 ぼつぼつ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ζωηρός, έντονος, δραστήριος
勃起障害 ぼっきしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 στυτική δυσλειτουργία
勃牙利 ブルガリア

ουσιαστικό

  1. 01 Βουλγαρία
  1. 01 αιφνιδιασμός, ξαφνικότητα
  2. 02 άνοδος, ανέβασμα