45 αποτελέσματα για «勘»
勘違い かんちがい N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρεξήγηση, λανθασμένη ιδέα, λάθος εκτίμηση
勘弁 かんべん N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγχώρεση, ανοχή
勘 かん N3
ουσιαστικό
- 01 αντίληψη, διαίσθηση, έκτη αίσθηση
勘定 かんじょう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπολογισμός, μέτρηση, καταμέτρηση
- 02 λογαριασμός, απόδειξη, πληρωμή (λογαριασμού), εξόφληση (χρέους)
- 03 εκτίμηση, πρόβλεψη
勘ぐる かんぐる
ρήμα
- 01 υποπτεύομαι (τα κίνητρα κάποιου), υποψιάζομαι (ότι)
勘当 かんどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκλήρωση, αποποίηση συγγένειας
勘がいい かんがいい
άλλο, επίθετο
- 01 κοφτερός, ευφυής, διαισθητικός
勘のいい かんのいい
άλλο, επίθετο
- 01 ευφυής, γρήγορος στην αντίληψη, διορατικός, διααισθητικός
勘案 かんあん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λαμβάνω υπόψη, εξετάζω προσεκτικά
勘ぐり かんぐり
ουσιαστικό
- 01 υποψία, δυσπιστία
勘が鈍る かんがにぶる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι αναίσθητος, χάνω την οξύνοιά μου, χάνω την επαφή με το αντικείμενό μου, ξεσυνηθίζω
勘気 かんき
ουσιαστικό
- 01 δυσμένεια, αποποίηση κληρονομικού δικαιώματος
勘定奉行 かんじょうぶぎょう
ουσιαστικό
- 01 υπεύθυνος οικονομικών (περίοδος Έντο), επίτροπος οικονομικών, αρχιταμίας, υπεύθυνος πληρωμών
- 02 αρχιλογιστής στην υπηρεσία νταϊμιό (περίοδος Μουρομάτσι)
勘所 かんどころ
ουσιαστικό
- 01 θέση στο τάστο (του σαμισέν, κότο, κ.λπ.)
- 02 ζωτικό σημείο, κρίσιμο σημείο
勘定を払う かんじょうをはらう
άλλο, ρήμα
- 01 τακτοποιώ λογαριασμό, πληρώνω το λογαριασμό
勘定を済ませる かんじょうをすませる
άλλο, ρήμα
- 01 πληρώνω τον λογαριασμό, εξοφλώ τον λογαριασμό
勘定書 かんじょうしょ
ουσιαστικό
- 01 λογαριασμός, απόδειξη πληρωμής
勘を働かせる かんをはたらかせる
άλλο, ρήμα
- 01 χρησιμοποιώ το ένστικτό μου, βασίζομαι στη διαίσθησή μου, επιστρατεύω τη λογική μου
勘考 かんこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στοχασμός, εξέταση, μελέτη
勘合 かんごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έλεγχος και επαλήθευση